παραμύθι

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ο παραμυθοχαλαστής! :-)

      Που λέτε, κυκλοφορούσα στο κέντρο της Αθήνας, όπου ξαφνικά πάτησα ακαθαρσίες περιστεριών. Προσπαθώντας λοιπόν να καθαρίσω τα παπούτσια μου, άρχισα να κινούμαι ακανόνιστα στην Ιπποκράτους, έκανα αριστερά στη Σόλωνος, ξανά αριστερά Μαυρομιχάλη, πέρασα στην Ακαδημίας απέναντι και πήγα να "πατήσω λίγο" στο χαλάκι της Εθνικής Λυρικής σκηνής (μην τους το πείτε, μεταξύ μας αυτό Tongue).

     Πάλι ένοιωθα ότι κάτι υπήρχε ακόμα στις σόλες μου, οπότε συνέχισα δεξιά στη Χαρ. Τρικούπη, αριστερά Σόλωνος, δεξιά Ζωοδόχου Πηγής και τέλος, κάπου μεταξύ Κωλέττη και Εμμανουήλ Μπενάκη και αφού "δοκίμασα" όλα τα χαλιά των πολυκατοικιών που βρήκα μπροστά μου, κατάλαβα πως πλέον τα παπούτσια μου από την κάτω τους πλευρά είχαν επαρκώς, γυαλίσει..Tongue

     Ενώ λοιπόν καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι που επιτελέστηκε ο σκοπός μου, πρόσεξα ένα ζητιάνο να κάθεται στη γωνία και να κρατάει μια πινακίδα στην οποία έγραφε: "δώστε ότι έχετε ευχαρίστηση και μπείτε στη μεγάλη κλήρωση".

     Μου άρεσε η ιδέα του, τη βρήκα πρωτοποριακή και "έξυπνη" για να ζητήσει ελεημοσύνη. Tον πλησίασα, ρίχνοντας στο κουτί του μερικά κέρματα, όπως τα έπιασα από την τσέπη μου και έκανα να απομακρυνθώ.

     Αυτός με έπιασε από το πόδι λέγοντάς μου "-Περίμενε" και άρχισε να κουνά τα χέρια του ρυθμικά, αναμασώντας κάποια ακαταλαβίστικα λόγια.

     Αυτό, κράτησε γύρω στο λεπτό. Αμέσως μετά, πέταξε μπροστά του, στο πεζοδρόμιο, πέντε έξι κοκάλινα μικροαντικείμενα που κρατούσε και κουνούσε λίγο πριν.

     "-Κέρδισες, ένα ταξίδι στον τόπο που γεννιούνται τα παραμύθια" μου είπε.

     Τον συμπόνεσα πιο πολύ μόλις τον άκουσα, μα και τον συμπάθησα ακόμα περισσότερο. "Δίνει σασπένς στο όλο σκηνικό, δε θέλει να σε αφήσει έτσι, θέλει να φαίνεται ανταποδοτικός", σκέφτηκα. "Μπράβο του".

     "-Είσαι φοβερός" του είπα. "-Με κέρδισες. Γι αυτό κι εγώ, θα σου δώσω και τα υπόλοιπα κέρματα που έχω στην τσέπη μου" και έκανα την ανάλογη κίνηση.

     Πριν προλάβω να την ολοκληρώσω, ο ζητιάνος, κτύπησε με το χέρι του το πεζοδρόμιο φωνάζοντας "-Aparecium ArestoMomentum"

     Την ίδια στιγμή, άρχισα να αιωρούμαι και σαν να με έχουν ψεκάσει με αντιβαρύτητα, να πετάω πάνω από τα κτίρια και να χάνομαι στον ουρανό. 

     Το μπλε χρώμα έγινε άσπρο, κίτρινο, κόκκινο, πορτοκαλί, γαλάζιο, μαύρο μετά και ύστερα διάφανο! Λίγες στιγμές στο διάφανο και πάλι μαύρο, γαλάζιο, πορτοκαλί, κόκκινο, κίτρινο, άσπρο και μπλε. 

     Με τον ίδιο τρόπο που έχασα τη βαρύτητά μου, με τον ίδιο τρόπο την απέκτησα πάλι και έπεφτα με φόρα προς τη Γη. Είχα τόση ορμή, που από τα χέρια και τα πόδια μου, άρχισαν να βγαίνουν φλόγες. 

     Μέχρι να μετρήσω τέσσερα, είχε φτάσει το πέντε και από κοντά το έξι, για τόση ταχύτητα μιλάμε. Το τοπίο κάτω από εμένα ξεκαθάρισε πολύ γρήγορα και έπεσα με δύναμη πάνω σε ένα κάστρο, πέρασα από την ταράτσα σε ένα δωμάτιο και σε ένα άλλο και κατέληξα να διαλύσω έναν καθρέφτη. 

     Σηκώθηκα, ξεσκονίστηκα και βγήκα στο δρόμο να δω που ακριβώς βρίσκομαι. Τότε είδα τους αδερφούς Γκρίμ να έρχονται τρέχοντας, θυμωμένοι και με άγριες διαθέσεις προς το μέρος μου, φωνάζοντας "-πιάστε τον, μας χάλασε το παραμύθι της Χιονάτης! Πιάστε τον, μας χάλασε το παραμύθι της Χιονάτης!"

     Δεν χρειάστηκε πολύ να καταλάβω ότι ο καθρέφτης που λίγο πριν έπεσα επάνω του, ήταν ο μαγικός καθρέφτης της βασίλισσας - μητριάς της Χιονάτης και που χωρίς αυτόν - αφού τον έσπασα -, δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί το παραμύθι!

     Άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση για να γλιτώσω από την οργή τους. Δεν ήταν και λίγο αυτό που τους έκανα. Ποτέ ξανά, το παραμύθι αυτό, δεν θα το έλεγε κανείς σε κανέναν και υπεύθυνος γι αυτό ήμουν εγώ!

     Έστριψα στην πρώτη γωνία που βρήκα. Εκεί που έτρεχα, άρχισα πάλι να χάνω τη βαρύτητά μου και να αιωρούμαι! Πάλι πετούσα και χανόμουν στον ουρανό! 

     Ξανά  το μπλε χρώμα έγινε άσπρο, κίτρινο, κόκκινο, πορτοκαλί, γαλάζιο, μαύρο μετά και ύστερα διάφανο! Λίγες στιγμές στο διάφανο και μια από τα ίδια, μαύρο, γαλάζιο, πορτοκαλί, κόκκινο, κίτρινο, άσπρο και μπλε.

alt

     Άντε πάλι να πέφτω προς τη Γη με φόρα. Αναγνώρισα τις φλόγες στα χέρια και στα πόδια μου. Έπαψα να μετράω αλλά κάποιος βαλτός από δίπλα φώναξε "-Έξι"! 

     Νέο κάστρο από κάτω, έπεσα στην ταράτσα, ένα πάτωμα, δύο και σε ένα κρεβάτι που κοιμόταν μια κοπέλα. Ζήτησα συγνώμη που την ξύπνησα, βγήκα στο δρόμο, προσπέρασα κάποιον που ήταν ντυμένος πρίγκιπας και ήταν σαστισμένος που με είδε και βγήκα στο δρόμο. 

     Ζαλισμένος, προσπαθούσα να καταλάβω που βρίσκομαι, όταν, από την άλλη άκρη του δρόμου είδα εξαγριωμένο τον Σάρλ Περό, δημιουργό της ωραίας κοιμωμένης, να φωνάζει και να βρίζει, αθυρόστομα μπορώ να πω, - δεν του το χα, είναι η αλήθεια - και να τρέχει προς το μέρος μου, με επιθετικές διαθέσεις.

     Δεν έφταιγα εγώ που χάλασα και αυτό το παραμύθι, αλλά δεν ήταν ώρα για εξηγήσεις. Το έβαλα ξανά στα πόδια και για κακή μου τύχη, άρχισα πάλι να αιωρούμαι!!!!

     Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο με το δράμα μου. Θέλω όμως να σας εξομολογηθώ από καρδιάς και ξέρω ότι θα με καταλάβετε, πως αν ακούσετε... 

     ...ότι στο παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας, όταν εκείνη ήταν να πάει φαγητό στη γιαγιά της στο δάσος, δεν υπήρχε κακός λύκος, γιατί νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο, επειδή έπεσε από τον ουρανό κάποιος επάνω του...

     ...ότι στο παραμύθι της σταχτοπούτας, κάποιος άσχετος, έπεσε από ψηλά και έσπασε το χαμένο της κρυστάλλινο γοβάκι, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο πρίγκιπας να ψάξει να την βρει... 

     ...ότι στο παραμύθι Χάνσελ και Γκρέτελ, η γριά μάγισσα σκοτώθηκε από άγνωστο ιπτάμενο αντικείμενο, πριν φυλακίσει τα παιδιά στο γλυκόψωμο σπίτι της...

     ...ότι στο παραμύθι η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, η Αλίκη ποτέ δεν είδε το κουνέλι που ήταν ντυμένο σαν αριστοκράτης και άρα δεν το ακολούθησε, γιατί κάτι από τον ουρανό έπεσε επάνω του και το έκανε χαλκομανία...

      και γενικά ότι κατά τον ίδιο τρόπο, χάθηκαν ή καταστράφηκαν, οι μπότες του παπουτσωμένου γάτου, το λυχνάρι του Αλαντίν, η φασολιά από το Τζακ και η φασολιά, η ωραία και έμεινε το τέρας... 

   ...Ο κακός λύκος (που ήταν ήδη στο Νοσοκομείο) δεν έλαβε μέρος ούτε στα τρία γουρουνάκια και φυσικά κάτι κακό συνέβη και στον Πινόκιο, στην Ραπουνζέλ, στον Πήτερ Πάν...

    ...να ξέρετε ότι δεν φταίω εγώ. Έτσι απλά. Τρεις λέξεις μόνο. Δεν, φταίω, εγώ. Τελεία. Smile

     Κάποτε λοιπόν, τελείωσε η ισχύς του - ο Θεός να το κάνει - δώρου του ζητιάνου και καθώς είχα ανέβει στον ουρανό και κατέβαινα, αναγνώρισα την Αθήνα, όπως την ξέρουμε σήμερα. 

     Καθώς έπεφτα όμως, έσπασα το φράγμα του ήχου και σπάζοντάς το, μετακινήθηκα ελαφρά στο χρόνο.  Πως το κατάλαβα? Μα έπεσα στην αρχή της Ιπποκράτους, την ώρα ακριβώς που πατούσα τις ακαθαρσίες των περιστεριών.

     Χάρηκα πάρα πολύ, μπορώ να πω. Αυτή η μετακίνησή μου προς τα πίσω στο χρόνο, ίσως τελικά να έσωσε τα κατεστραμμένα παραμύθια. Εσείς θα μου πείτε. 

     Κρυφακούστε τις γιαγιάδες και τους παππούδες, να δείτε αν τα λένε ακόμα στα εγγόνια τους. Ρίξτε ματιές στα βιβλιοπωλεία, αν πωλούνται στις προθήκες τους. 

     Εγώ πάντως, δεν είχα καμιά διάθεση αυτή τη φορά, να καθαρίσω τα παπούτσια μου. Τα έδειχνα κι όλας με καμάρι, στον περαστικό κόσμο. "Κοιτάξτε", "Κοιτάξτε", Κοιτάξτε" έλεγα και τα έδειχνα. 

     Σίγουρα με πέρασαν για τρελό. Εγώ όμως ήξερα, ότι με τη νέα μου τακτική, θα σωνόντουσαν πλέον τα παραμύθια. 

Καλημέρα..Smile


Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Ο Τυφλός και ο Κυνηγός - Παραδοσιακό Παραμύθι Νοτίου Αφρικής :-)

     Θα μπορούσε να είναι αφιερωμένο σε εκείνους που νομίζουν ότι μόνο αυτοί βλέπουν και περιβάλλονται από τυφλούς..Smile

     Μια φορά κι' έναν καιρό, ήταν ένας τυφλός, που ζούσε με την αδελφή του σε μια καλύβα, εκεί που τέλειωνε το δάσος.

     Ο τυφλός ήταν πολύ έξυπνος. Παρ' όλο που δεν έβλεπε, έμοιαζε να ξέρει για τον κόσμο πολύ περισσότερα πράγματα απ' αυτούς που είχαν αετίσια μάτια. 

     Συνήθιζε να κάθεται έξω από την καλύβα του, και να μιλά με περαστικούς. Αν είχαν κάποιο πρόβλημα, τον ρωτούσαν τι να κάνουν, και τους έδινε πάντα μια καλή συμβουλή. Αν υπήρχαν πράγματα που ήθελαν να μάθουν, τους απαντούσε, και όσα τους έλεγε, ήταν πάντα σωστά. Οι άνθρωποι κουνούσαν το κεφάλι τους με έκπληξη: 

     «-Τυφλέ, πώς γίνεται και είσαι τόσο σοφός;» 

     Κι' ο τυφλός, χαμογελούσε κι' έλεγε: 

     «-Γιατί βλέπω με τα αυτιά μου.»

     Κάποτε, η αδελφή του τυφλού ερωτεύτηκε έναν κυνηγό από ένα άλλο χωριό, και, σύντομα, παντρεύτηκαν. Και όταν τελείωσε η γαμήλια τελετή, ο κυνηγός ήρθε για να ζήσει με την νέα του γυναίκα στην καλύβα. Αλλά ο κυνηγός δεν είχε χρόνο για τον αδελφό της γυναίκας του.

     «-Τι αξία έχει ένας άνθρωπος που δεν βλέπει!», έλεγε. 
     Και η γυναίκα, του απαντούσε: 
     «-Κι' όμως, άνδρα μου, ξέρει περισσότερα για τον κόσμο άπ' αυτούς που βλέπουν!» 
     Ο κυνηγός, τότε, γελούσε: 
     «-Χα, χα! Τι μπορεί να ξέρει ένας τυφλός που ζει στο σκοτάδι; Χα, χα, χα!»
     Κάθε μέρα, ο κυνηγός πήγαινε στο δάσος με παγίδες, ακόντια και βέλη, και κάθε βράδυ που γύριζε στο χωριό, ο τυφλός τού έλεγε: 
     «-Σε παρακαλώ, αύριο, άφησέ με να έλθω μαζί σου, για κυνήγι στο δάσος!». 
     Άλλά ο κυνηγός κουνούσε το κεφάλι: 
     «-Τι αξία έχει ένας που δεν βλέπει!».

     Και περνούσαν οι μέρες, οι εβδομάδες, και οι μήνες, και κάθε βράδυ ο τυφλός έλεγε:      

     «-Σε παρακαλώ, άσε με να έλθω για κυνήγι αύριο!». 

     Και, κάθε βράδυ, ο κυνηγός κουνούσε το κεφάλι ...

     Αλλά ένα βράδυ, ο κυνηγός είχε κέφια! Γύρισε σπίτι με καλό κυνήγι: μια χοντρή γαζέλα. Η γυναίκα του μαγείρεψε το κρέας, κι' όταν τέλειωσαν το φαγητό, ο κυνηγός γύρισε στον τυφλό και του είπε: 

     «-Πολύ καλά. Αύριο, θα έλθεις στο κυνήγι!»

     Και έτσι, το επόμενο πρωί, ξεκίνησαν μαζί για το δάσος. Ο κυνηγός με τις παγίδες του, τα ακόντια και τα βέλη, οδηγώντας τον τυφλό με το χέρι στο μονοπάτι, ανάμεσα στα δέντρα. Περπατούσαν επί ώρες.

     Ξαφνικά, ο τυφλός σταμάτησε. Τράβηξε το χέρι του κυνηγού. 
     «-Ένα λιοντάρι!». 
     Ό κυνηγός κοίταξε τριγύρω, και δεν είδε τίποτα. 
     «-Υπάρχει ένα λιοντάρι», είπε ο τυφλός, «-αλλά δεν πειράζει. Έχει φάει, και κοιμάται βαθειά. Δεν θα μας πειράξει.» 
     Προχώρησαν στο μονοπάτι, και πράγματι, εκεί, ήταν ξαπλωμένο, κάτω άπ' ένα δέντρο, ένα μεγάλο λιοντάρι. Μόλις το προσπέρασαν, ο κυνηγός ρώτησε: 
      «-Πως ήξερες για το λιοντάρι;» 
      «-Γιατί βλέπω με τα αυτιά μου», του απάντησε ο τυφλός.
alt
     Επί ώρες συνέχιζαν, και κάποια στιγμή, ο τυφλός τράβηξε το χέρι του κυνηγού. 
     «-Σσσς! Ένας ελέφαντας! Είναι ένας ελέφαντας, αλλά βρίσκεται μέσα σε μια λίμνη, κι έτσι δεν θα μας πειράξει», ξαναείπε ο τυφλός. 
     Προχώρησαν στο μονοπάτι, κι' εκεί, σε μια λίμνη, ένας ελέφαντας έριχνε λάσπη στην πλάτη του. Μόλις τον πέρασαν, ο κυνηγός ρώτησε: 
      «-Πως ήξερες για τον ελέφαντα;» 
      «-Γιατί βλέπω με τα αυτιά μου.»

     Και συνέχισαν, βαθειά μέσα στο δάσος, μέχρι που έφτασαν σε ένα ξέφωτο. Ό κυνηγός είπε: 

     «-Εδώ θα αφήσουμε τις παγίδες μας.» 

     Ο κυνηγός έστησε μια παγίδα, και έδειξε στον τυφλό πώς να στήσει μιαν άλλη. Όταν και οι δύο παγίδες ήταν έτοιμες, ο κυνηγός είπε: 

     «-Θα έρθουμε αύριο, να δούμε τι πιάσαμε.» 

     Και μαζί, πήραν τον δρόμο για το χωριό.

     Το επόμενο πρωί, σηκώθηκαν νωρίς. Ξεκίνησαν μια ακόμη φορά, ακολουθώντας το μονοπάτι στο δάσος. Ο κυνηγός προσφέρθηκε να κρατά το χέρι του τυφλού, αλλά εκείνος του είπε: 
     «-Όχι, τώρα ξέρω τον δρόμο». 
     Ο τυφλός βάδιζε μπροστά αυτήν την φορά, και το πόδι του δεν πιάστηκε ούτε σε μια ρίζα δέντρου. Δεν έχασε ούτε μια στροφή. Περπατούσαν, περπατούσαν, μέχρι που έφθασαν στο ξέφωτο, βαθειά μέσα στο δάσος, όπου είχαν στήσει τις παγίδες.
     Ο κυνηγός είδε αμέσως ότι σε κάθε παγίδα είχε πιαστεί ένα πουλί. Και είδε αμέσως, ότι το πουλί στην δική του παγίδα ήταν ένα μικρό, γκρι πουλί, ενώ εκείνο που είχε πιαστεί στην παγίδα του τυφλού ήταν ένα πανέμορφο πουλί, με φτερά πράσινα, βαθυκόκκινα και χρυσαφιά. 
     «-Κάτσε εκεί κάτω!», είπε. «-Πιάσαμε και οι δύο από ένα πουλί. Πάω να τα φέρω.» 
     Κι' έτσι, ο τυφλός κάθισε, και ο κυνηγός κατευθύνθηκε στις παγίδες, και στον δρόμο, σκεφτόταν: «Ένας που δεν βλέπει, δεν θα καταλάβει την διαφορά ...». 
     Κι' έτσι έδωσε στον τυφλό το μικρό, γκρι πουλί, κι' εκείνος κράτησε για τον εαυτό του το όμορφο πουλί με τα πράσινα, βαθυκόκκινα, χρυσαφένια φτερά. Κι' ο τυφλός πήρε στα χέρια του το μικρό, γκρι πουλί, και ξεκίνησαν για το σπίτι.
     Περπατούσαν, περπατούσαν, και κάποια στιγμή, ο κυνηγός είπε: 
     «-Αν είσαι τόσο έξυπνος, και βλέπεις με τ' αυτιά σου, απάντησε μου σε τούτο: Γιατί υπάρχει τόσος θυμός και μίσος στον κόσμο;» 
     Και ο τυφλός του απάντησε: 
     «-Γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος με ανθρώπους σαν και σένα, που παίρνουν ό,τι δεν τους ανήκει». 
     Και ξαφνικά, ο κυνηγός αισθάνθηκε ντροπή. Πήρε το μικρό, γκρι πουλί από το χέρι του τυφλού, και του έδωσε το όμορφο, πράσινο, βαθυκόκκινο, χρυσαφί.
     «-Συγγνώμη», του είπε. 
     Και περπατούσαν, περπατούσαν, και ο κυνηγός είπε: 
     «-Αν είσαι τόσο έξυπνος, και βλέπεις με τα αυτιά σου, απάντησε μου και στο εξής: Γιατί υπάρχει τόση αγάπη και ευγένεια στον κόσμο;» 
     Και ο τυφλός απάντησε: 
     «-Γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος με ανθρώπους σαν εσένα, που μαθαίνουν από τα λάθη τους».
     Και περπατούσαν, μέχρι που έφτασαν σπίτι. Και από εκείνη την ημέρα, αν ο κυνηγός άκουγε κάποιον να ρωτά: 
     «-Τυφλέ, πώς γίνεται και είσαι τόσο σοφός;», έβαζε το χέρι του γύρω από τους ώμους του τυφλού, και έλεγε:

     «-Γιατί βλέπει με τ' αυτιά του - και ακούει με την καρδιά του...»

Καλημέρα..Smile


Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Ο Άγγελος και η ουράνια Λίμνη :-)

     Κάποτε, σε ένα πολύ μακρινό σημείο του ουρανού, στους πρόποδες ενός πολύ ψηλού βουνού, υπήρχε μια πανέμορφη λίμνη. Είχε καταγάλανα κρυστάλλινα νερά και στις όχθες της ξεδιψούσαν όλα τα περαστικά ουράνια ζώα και πουλιά, ενώ και τα δέντρα γύρω της ήταν πανύψηλα και καταπράσινα.

     Το νερό της όμως δεν τελείωνε, επειδή η λίμνη τροφοδοτούνταν από χείμαρρους που κατέβαιναν από το βουνό και ένωναν τα νερά τους με τα δικά της, κάθε φορά που έλιωναν τα χιόνια στην κορυφή του. Και επειδή είχε πάντα χιόνια το βουνό, οι χείμαρροι αυτοί δεν σταματούσαν ποτέ να την γεμίζουν. 

     Στο παραδεισένιο εκείνο σημείο του δάσους, όλα έδειχναν ότι τα πάντα ζούσαν ευτυχισμένα. Αν όμως πλησίαζε κανείς πιο κοντά, θα άκουγε το παράπονο της λίμνης. Τα πρωινά αναστέναζε και τα βράδια σιγοτραγουδούσε λυπητερά τραγούδια. 

     Κανένα από τα μαγικά  πλάσματα που ζουν συνήθως σε τέτοιες λίμνες, όπως οι νεράιδες ή τα ξωτικά, δεν μπορούσαν να την παρηγορήσουν. Έτσι, τα πρωινά, αναστέναζαν μαζί της και τα βράδια σιγοτραγουδούσαν λυπητερά τραγούδια, κάνοντάς της παρέα.

     Μια μέρα, περνούσε πάνω από τη λίμνη ένας Άγγελος, ο οποίος κατέβηκε στις όχθες της να ξεδιψάσει. Καθώς έπινε, πρόσεξε ότι οι κυματιστοί της λίμνης, δεν έμοιαζαν με τους χαρούμενους κυματισμούς άλλων λιμνών. Έτσι αποφάσισε να καθυστερήσει την αναχώρησή του για να μάθει το λόγο.

     Οι ώρες περνούσαν και καθώς σκοτείνιαζε, μια πολύ μελωδική φωνή άρχισε να ακούγεται στον αέρα, η οποία σιγοτραγουδούσε ένα λυπημένο σκοπό. Την μελωδική αυτή φωνή πλαισίωσαν σε λίγο και άλλες εξ ίσου όμορφες φωνές.

     Ο Άγγελος τις ήξερε όλες τις φωνές, μια μια ξεχωριστά. Αναγνώρισε και τη λίμνη και τις νεράιδες αλλά και τα ξωτικά. Με ένα μαγικό άνοιγμα των φτερών του, βρέθηκε στο σημείο απ' όπου έρχονταν οι φωνές και ζήτησε να μάθει τι συμβαίνει.

     Οι νεράιδες του είπαν ότι συντροφεύουν τη λίμνη στα λυπητερά της τραγούδια, για να την παρηγορήσουν. Τα ξωτικά δήλωσαν ότι συμπαρίστανται στις νεράιδες που συντρόφευαν τη λίμνη. Κανείς τους όμως δεν ήξερε τι έχει η λίμνη του ουρανού και είναι λυπημένη.

alt

     Τότε ο Άγγελος ρώτησε την ίδια τη λίμνη. Στην αρχή εκείνη δε θέλησε να του πει. Άλλωστε σε κανέναν μέχρι σήμερα δεν είχε εκμυστηρευτεί το παράπονό της και δεν της ήταν εύκολο να το κάνει πρώτη φορά τώρα. 

     Ο Άγγελος όμως που ήταν υπεύθυνος για την ευτυχία όλων των μαγικών πλασμάτων του συγκεκριμένου εκείνου σημείου του ουρανού, δεν περίμενε άλλο την απάντησή της. Με ένα μαγικό τίναγμα των φτερών του, μπήκε ο ίδιος στην ψυχή της για να δει από που πηγάζει η θλίψη της. 

     Με την πρώτη του ματιά, είδε και κατάλαβε. Η λίμνη, ζήλευε τα σύννεφα που με τη μορφή της βροχής κατέβαιναν στη Γη και ύστερα με τη διαδικασία των υδρατμών, ανέβαιναν και πάλι, ξανασχηματίζονταν και χαρούμενα έφερναν τα νέα τους σε όλα τα πλάσματα του ουρανού και τα ενημέρωναν για το τι άκουσαν και τι είδαν.

     Γιατί, όπως εμείς ζηλεύουμε τα μαγικά πλάσματα όπου κι αν αυτά ζουν, έτσι κι εκείνα θεωρούν μεγάλη τύχη, να μπορέσουν έστω και για μια στιγμή να ζήσουν ανάμεσά μας. 

     Ο Άγγελος, που ένιωσε την επιθυμία της λίμνης, τη ρώτησε αν θα ήθελε να την βοηθήσει κι εκείνη του απάντησε καταφατικά. Ζήτησε τότε από το μεγάλο συμβούλιο των Αγγέλων, τη δύναμη να πραγματοποιήσει το όνειρο της.

      Το συμβούλιο του απάντησε ότι τη δύναμη αυτή την έχει, αλλά αν την χρησιμοποιήσει, θα πάψει να είναι πλέον ένας από αυτούς και θα ξαναγεννηθεί σαν χρυσαετός, χάνοντας την ικανότητα να βλέπει το μαγικό κόσμο του ουρανού, εκτός από τα σύννεφα, τα οποία είναι τα μόνα που και στον ένα κόσμο υπάρχουν και στον άλλο.

     Οι ουρανοί βούιξαν από το πρωτοφανές αίτημα του αγγέλου και τα νέα έφτασαν στη λίμνη. Εκείνη, χάρηκε aρχικά, που κάποιος και μάλιστα το πιο όμορφο πλάσμα του ουρανού έφτασε το θέμα της τόσο ψηλά και σταμάτησε να είναι λυπημένη. 

     Ο Άγγελος, ήταν τώρα ο ήρωάς της και η ίδια περίμενε να δει πως θα διαχειριστεί την κατάσταση. Πράγματι, εκείνος εμφανίστηκε μπροστά της και την μετέτρεψε σε ένα μεγάλο μαύρο, βροχερό σύννεφο. 

     Η λίμνη που έγινε σύννεφο τον ρώτησε γεμάτη αγωνία: -Θα σε ξαναδώ ποτέ? 

     Αυτός, της χαμογέλασε και εξαφανίστηκε από τα μάτια της..Smile

Καλημέρα..Smile


Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Παραμύθι - Ο Ωραίος.. Κοιμωμένος :-)

alt

     Επειδή κυκλοφορούν φήμες ότι το συγκεκριμένο παραμύθι, αφορά πριγκιποπούλα με τον τίτλο "Η ωραία κοιμωμένη", το Τερμιτομπλόγκ, πάντα μπροστά στις εξελίξεις, μεταφέρει στην σημερινή ανάρτηση την αληθινή μυθική παραμυθοϊστορία, χωρίς να προστεθεί ούτε να αφαιρεθεί από αυτήν έστω και μια λέξη.

     Έτσι λοιπόν, μια φορά και έναν καιρό, σε ένα εξαιρετικά μακρινό βασίλειο, πέρα από τα όρια της φαντασίας, ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, οι οποίοι δεν είχαν αποκτήσει μέχρι τη στιγμή εκείνη παιδί. Όμως, το ευτυχές γεγονός δεν άργησε να συμβεί και έτσι το ζευγάρι αυτό απέκτησε έναν πανέμορφο γιο. Προς τιμήν του διοργάνωσαν ένα τρικούβερτο γλέντι και κάλεσαν σ' αυτό επτά ξωτικά για να προσφέρουν μαγικά δώρα στο νεογέννητο διάδοχο.

     Δεν κάλεσαν τον κακό μάγο, γιατί έδινε άσχημα δώρα όπου τον προσκαλούσαν. Αυτός όμως, με έναν σατανικό και πανούργο τρόπο, έμαθε για την γιορτή και πήγε ακάλεστος, την ώρα που τα έξι ξωτικά είχαν ήδη προσφέρει τα δικά τους δώρα, δηλαδή ομορφιά, καλοσύνη, ευγένεια, ωραία φωνή, εργατικότητα και αρετή και εκκρεμούσε το δώρο του έβδομου ξωτικού.

     Αμέσως ο κακός μάγος, προσβεβλημένος που δεν τον κάλεσαν, έριξε κατάρα στο μωρό, πριν κλείσει τα δέκα έξι του χρόνια, να κτυπήσει το δάχτυλό του με σφυρί, να πεταχτεί από τον πόνο μέχρι το ταβάνι, να κουτουλίσει το κεφάλι του και πέφτοντας κάτω να το τσιμπήσει φίδι και να πεθάνει. Στη συνέχεια αποχώρησε χαιρέκακα.

     Παγωμένοι ο βασιλιάς και η βασίλισσα παρακάλεσαν το έβδομο ξωτικό, ως δώρο, να ακυρώσει την κατάρα του κακού μάγου. Εκείνο όμως, το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να την απαλύνει. Έτσι, αντί να πεθάνει το πριγκιπόπουλο, θα κοιμόταν βαθιά για 100 χρόνια, με τη συμπλήρωση των οποίων θα ξυπνούσε μόνο αν μια αγνή και ανέγγιχτη πριγκιποπούλα τον φιλούσε.

     Τα χρόνια περνούσαν και λίγο πριν φτάσει η εποχή που θα υλοποιούνταν η κατάρα του κακού μάγου, ο βασιλιάς διέταξε να εξαφανιστούν από το βασίλειό του όλα τα σφυριά και να εξολοθρευτούν όλα τα φίδια και σε περίπτωση που κάποιος δεν ακολουθούσε τις εντολές του να του παίρναν το κεφάλι. Έτσι και έγινε.

     Μια μέρα που το πριγκιπόπουλο έκανε βόλτα στον βασιλικό κήπο, ένας πραματευτής διαλαλούσε την πραμάτεια του στον διπλανό δρόμο, λίγα μέτρα μακρύτερα από το παλάτι. Στην πραγματικότητα ήταν ο κακός μάγος μεταμφιεσμένος. Ο πρίγκιπας που δεν είχε ξαναδεί πραματευτή, πλησίασε στο κάρο του και μπήκε μέσα να δει τι πουλούσε αυτός. Τότε ο κακός μάγος με ένα σφυρί, χτύπησε  το δάχτυλο του πρίγκιπα, αυτός από τον πόνο πήδηξε μέχρι το ταβάνι του κάρου κουτουλώντας στην οροφή και πέφτοντας τον δάγκωσε ένα φίδι φαρμακερό που επίτηδες είχε μαζί του ο κακός μάγος. Μετά από αυτά, ο διάδοχος του βασιλιά έπεσε σε βαθύ λήθαργο την ώρα που απομακρυνόταν το κάρο.

     Όταν τον βρήκαν, το βασίλειο έπεσε σε βαρύ πένθος. Ο βασιλιάς, τοποθέτησε τον κοιμισμένο γιο του σε μια κρεβατοκάμαρα στον υψηλότερο πύργο του παλατιού. Το έβδομο ξωτικό για να απαλύνει τον πόνο όλων, τους κοίμησε και αυτούς βαθιά και για να τους προστατέψει, κάλυψε με ένα δάσος από αγκάθια τα πάντα.

     Τα χρόνια ξαναπερνούσαν και κάπου όταν συμπληρώθηκαν τα εκατό, σε διπλανό βασίλειο, ζούσε μια πριγκιποπούλα, τόσο όμορφη, που όλοι οι άντρες που την έβλεπαν, ξερογλείφονταν με τέτοιο τρόπο, που τους έπεφταν τα σάλια στο πάτωμα. Η πριγκιποπούλα αηδιασμένη από το γεγονός αυτό, δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει, γιατί τους θεωρούσε όλους σαλιάρηδες και γλοιώδεις.

     Είχε δε αποφασίσει να δοθεί με πάθος σε όποιον όταν την αντίκριζε, δεν θα του έτρεχαν τα σάλια σαν να ήταν κανένας λιγούρης.

     Μια μέρα που είχε βγει βόλτα στα όρια του βασιλείου η πριγκιποπούλα, πρόσεξε ότι στο γνωστό δάσος με τα αγκάθια, κάπου στη μέση, ξεπρόβαλε ένας πύργος ψηλός. Πολύ περίεργη και παραξενεμένη για το γεγονός, κατέβηκε από τη βασιλική άμαξα και πλησίασε προς τα εκεί. Για έναν περίεργο λόγο που κανείς μέχρι σήμερα δεν έμαθε για να μας πει, τα αγκάθια παραμέρησαν μπροστά στην όμορφη πριγκιποπούλα και δημιούργησαν έναν μεγάλο και ασφαλή γι αυτήν διάδρομο, μέχρι το παλιό παλάτι και πιο συγκεκριμένα τον ψηλό εκείνο πύργο που είδε.

    Έφτασε και άνοιξε την πόρτα του πύργου, ανέβηκε τη μεγάλη περιστρεφόμενη σκάλα, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα που ήταν το πριγκιπόπουλο και μόλις το αντίκρυσε της έπεσε το σαγόνι κάτω. Ήταν τόσο όμορφο την ώρα που κοιμόταν, που άρχισαν να της τρέχουν τα σάλια της ίδιας. Χωρίς χρονοτριβή και υπό τους ήχους του You Can Leave Your Hat On του Joe Cocker, άρχισε να χορεύει αλα Kim Basinger, σε έναν χορό που και νεκρούς ανασταίνει.

     Κάπου εκεί που χόρευε, έπεσε πάνω στον ωραίο κοιμωμένο και τον φίλησε. Αυτός άνοιξε ζαλισμένος τα μάτια του και μόλις εκείνη τα κοίταξε, της άρεσαν τόσο πολύ που - αυτολογοκρίνεται η συνέχεια - με αποτέλεσμα να πει ο διάδοχος του θρόνου τον Δεσπότη, Παναγιώτη.  Από τις παθιασμένες φωνές δε της πριγκιποπούλας, ξύπνησε όλο το κοιμισμένο βασίλειο και τα αγκάθια έφυγαν για ταξίδι μακρινό. 

     Έτσι, έγινε ο γάμος τους και ζήσανε αυτοί καλά, εμείς καλύτερα, ενώ ο ωραίος κοιμωμένος παρέμεινε ζαλισμένος από τον 100ετή ύπνο και κανείς δεν έκανε τον κόπο να του εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη αμέσως μετά..Smile

Καλησπέρα..Smile


Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Ο χαμένος βασιλιάς και ο διάβολος - Παραμύθι :-)

     Με αυτά και με αυτά, ήρθε η ώρα για το παραμύθι της ημέρας. Όπως όλοι γνωρίζουμε, κάθε παραμύθι έχει και κάποιο ηθικό δίδαγμα. Γι αυτό, προσοχή στα βαθύτερα νοήματα..Smile

     Και τώρα, όλα τα μικρά και μεγάλα, καλά (ή και.. κακάTongue) παιδάκια,  βολευόμαστε το καθένα στη θέση του και ξεκινάει το παραμύθι..Smile

http://www.tourismjournal.net/wp-content/uploads/2013/01/Neuschwanstein-Castle-At-Fog.jpg

     Κάποτε, όταν ακόμα δεν υπήρχε πολιτισμός, σ' ένα άγνωστο βασίλειο κυβερνούσε ένας μυθικός βασιλιάς.

     Ο βασιλιάς αυτός ήταν πασίγνωστος σε όλα τα γύρω βασίλεια για τα ολοήμερα και ολονύκτια βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλε τους υπηκόους του.

     Πρωί, μεσημέρι βράδυ μαστίγωμα, συνεχείς αβάσταχτους φόρους, δέσιμο στον τροχό τεντώματος, φάλαγγες, βραστό αυγό κάτω από τις μασχάλες.

     Ακόμα, συνεχή μείωση μισθών, αύξηση διοδίων στους δρόμους, έλλειψη φαγητού, εγερτήριο μέσα στα άγρια μεσάνυχτα με τις σειρήνες του βασιλείου και άλλα πολλά που περιλαμβάνονται σε χιλιάδες τόμους βιβλίων, τα οποία φυλάσσονται στοιβαγμένα σε μια μεγάλη σπηλιά.

     Κάποια μέρα ο βασιλιάς αναρωτήθηκε, πως ζούνε ακόμα οι υπήκοοί του με τόσα βασανιστήρια που τους έκανε. Ακόμα και ο ίδιος είχε κουραστεί να σκέφτεται τόσο αυτός όσο και οι σύμβουλοί του νέους τρόπους να τους αποτελειώσουν.

     Αποφάσισε λοιπόν να κάνει μια περιοδεία για να δώσει απαντήσεις στην περιέργειά του αυτήν. Έβαλε τους ακόλουθους να ετοιμάσουν τη βασιλική άμαξα, παρατάχτηκε η βασιλική συνοδεία και ξεκίνησαν όλοι μαζί.

     Επειδή μάλιστα ήθελε να ενημερωθεί διεξοδικά για κάθε σπιθαμή συμβάντος στην περιφέρειά του, τους έδωσε αυστηρή εντολή, να μη στρέψουν την πορεία της συνοδείας προς το παλάτι,  παρά μόνο όταν διατάξει ο ίδιος για κάτι τέτοιο.

     Σχεδόν μόλις βγήκαν από τη βασιλική πύλη, σταμάτησε την κουστωδία ο διάβολος. Κοίταξε στα μάτια το βασιλιά και τον ρώτησε: "-με παίρνετε μαζί σας παρακαλώ?"

     Ο βασιλιάς τα χρειάστηκε, γιατί τον γνώρισε αμέσως. Άλλωστε, όλοι όσοι κάνουν όσα έκανε αυτός στο λαό του, γνωρίζουν τον διάβολο αυτοπροσώπως.

     Από την άλλη, για πρώτη φορά αποφάσισε να δείξει μεγαλόθυμος και έτσι έκανε τη μοναδική εξαίρεση καλοσύνης, δεχόμενος να πάρει στην άμαξα δίπλα του τον βασιλιά της Κόλασης. Στο κάτω κάτω ήταν συνάδελφοι, σκέφτηκε.

     Στο δρόμο που πηγαίναν, συνάντησαν ένα γέρο, που προσπαθούσε να διώξει από το δρόμο ένα γουρούνι.

     «-Που να σε πάρει ο διάολος, παλιογούρουνο»! φώναξε ο γέρος.

     «-Άντε άντε κουνήσου, πήγαινε να πάρεις το γουρουνάκι σου», είπε ο βασιλιάς στο διάβολο σκουντώντας τον συναδελφικά.

     «-Και γιατί;» Απάντησε ο διάβολος γυρνώντας το κεφάλι. «-Εκείνος ο γέρος το' λεγε έτσι, για να λέει», συμπλήρωσε.

     Συνέχισαν το δρόμο τους και ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά τους ένα παιδάκι και παραλίγο να το πατήσουν δηλαδή. Η μητέρα του το άρπαξε τη στιγμή ακριβώς που περνούσε η άμαξα και το τράβηξε φωνάζοντας:

     «-Που να σε πάρει ο διάβολος, αλητόπαιδο».

     «-Γιατί δεν παίρνεις εκείνο το παιδάκι, αφού η ίδια η μάνα του στο δίνει», ξαναείπε ο βασιλιάς στον διάβολο.

     «-Και γιατί; Η μάνα το' λεγε έτσι, για να λέει», απάντησε και πάλι ο διάβολος.

     Προχώρησαν κι άλλο και σε κάποιο σημείο συνάντησαν μια γριά, που κάποτε ο βασιλιάς της είχε κόψει τη σύνταξη, πιο πριν είχε πεθάνει ο γέρος ο άντρας της από βαριά ασθένεια, που όμως αν υπήρχαν φάρμακα στο βασίλειο για την ασθένειά του, θα είχε σωθεί και τελευταία ο γιος της ο μονάκριβος είχε κατάθλιψη, επειδή με εντολή του βασιλιά τον είχαν διώξει από τη δουλειά του, με αποτέλεσμα να πεινάνε τα παιδιά του και εγγόνια της.

     Όταν η γυναίκα τον είδε, του' δείξε τη γροθιά της και φώναξε:

     «-Ο διάολος να σε πάρει παλιάνθρωπε, για το κακό που μας έχεις κάνει και που αδικείς τη φτωχολογιά».

     Μόλις την άκουσε ο διάβολος, γύρισε, χαμογέλασε και κοιτώντας τον βασιλιά, του είπε:

     «-Τώρα μάλιστα, η σεβαστή αυτή γυναίκα, θέλει πραγματικά να πει αυτό που είπε» και πριν προλάβει να αντιδράσει ο βασιλιάς, τον άρπαξε από το λαιμό και τον πήρε μαζί του, κάτω στην κόλαση.

     Η συνοδεία του βασιλιά μαζί με την άδεια άμαξα, συνέχισε να τριγυρνά στο βασίλειό του, ακολουθώντας τη διαταγή του, να μην στρέψουν προς το παλάτι χωρίς δική του εντολή.

     Λέγεται μάλιστα πως αν κοιτάξεις προσεκτικά μια μέρα ή νύχτα με ομίχλη, προς το πιο θαμπό σημείο της, ίσως  δεις τη συνοδεία του βασιλιά εκείνου, του χαμένου βασιλιά, να τριγυρνά και να εξαφανίζεται στο βάθος του ορίζοντα..

Καλησπέρα..Smile


Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Παραμύθι και πάλι - του Τριώδη οι Αποχτενίδες :-)

http://www.ilpaesedeibambinichesorridono.it/images/separazione/iolanda/j0190567.gif

     Τα πήγατε καλά χθες με τον Καρυοθραύστη. Γι αυτό κι εγώ σήμερα θα μεταφέρω εδώ άλλο ένα παραμύθι που διάβασα και μου άρεσε, του Τριώδη τις Αποχτενίδες.

     Ένα παραμύθι που δανείστηκα μέσα από το Greek Masa που έγραψε εκεί ο Νίκος Τσίγκος από το Ηράκλειο και στηρίζεται σε αφηγήσεις της γιαγιάς του, που ήταν από τα Αλάτσατα της Μ.Ασίας.

     Το παραμύθι έχει γραφτεί εκεί σε δυο μέρη, εγώ θα το μεταφέρω ολόκληρο και αν και όποτε έχετε χρόνο, το διαβάζετε. Πάμε λοιπόν και καλή μας ανάγνωση..Smile

     Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια, σε μια μακρινή χώρα, ζούσαν δυο βασιλιάδες που τα παλάτια τους ήταν αντικριστά, το ένα απέναντι στο άλλο.
     Ο ένας ήταν καλός, ευγενικός και ταπεινός, και είχε τρείς κόρες, ο άλλος ήταν κακός, εγωιστής και αλαζόνας, και είχε τρείς γιούς.
      Κάθε πρωί, ο κακός βασιλιάς έβαζε τα καλά του ρούχα , τη χρυσή του κορώνα, έβγαινε στο μπαλκόνι και φώναζε του γείτονα του:
     -Καλημέρα βασιλιά, με τα δώδεκα σπαθιά, με τις τρείς σου κόρες και γιό να μην ποτάξεις (αποκτήσεις). Αυτά τού 'λεγε κάθε μέρα για να τον στεναχωρήσει και να τον πικράνει, γιατί αυτός είχε τρείς γιούς,  και ο άλλος τρείς κόρες.
     Ο καημένος ο καλός βασιλιάς, ήταν πάντα λυπημένος και σκυθρωπός,  γιατί δεν ήξερε τι να του απαντήσει και να τον αποστομώσει...
     Μια μέρα οι κόρες ,του αποφάσισαν να τον ρωτήσουν τι έχει .
     Πάει λοιπόν η πρώτη κόρη, και τον ρωτάει :
     -Τι έχεις πατέρα και είσαι πάντα λυπημένος και σκεφτικός;
     -Τι νά 'χω κόρη μου , της λέει. Δεν ακούς τον απέναντι βασιλιά,  που βγαίνει κάθε πρωί και με στεναχωράει, γιατί αυτός έχει τρείς γιούς, κι έγώ έχω τρείς κόρες;
     -Άντε καλέ μπαμπά, αυτό έχεις, κι εγώ νόμιζα πως ψάχνεις να μου βρείς κανένα γαμπρό να με παντρέψεις. Του λέει η μεγάλη κόρη ,που ο νούς της ήταν μόνο ,
να βρεί ένα καλό γαμπρό να παντρευτεί, και τον άφησε χωρίς να τον παρηγορήσει.
     Πάει και η δεύτερη κόρη, και τον ρωτάει το ίδιο:
     -Τι έχεις πατέρα και είσαι στεναχωρημένος;
     -Τι νά 'χω κόρη μου, της λέει, ο γείτονας από απέναντι, με κοροϊδεύει κάθε μέρα και μου λέει ότι αυτός έχει τρείς γιούς κι εγώ έχω τρείς κόρες και δεν ξέρω τι να του πώ.
     -Άντε καλέ μπαμπά γιαυτό είσαι στεναχωρημένος, κι εγώ νόμιζα πως δεν έχεις λεφτά να μου αγοράσεις  φουστάνια και αρώματα που σου γύρεψα, του είπε και η δεύτερη κόρη που όλο τα λούσα είχε στο μυαλό της και έφυγε κι αυτή, δίχως να του πεί ένα γλυκό λόγο.
     Ήρθε η σειρά της μικρότερης κόρης, που τη λέγαν Ανεσώ.Ήταν η πιο όμορφη και έξυπνη απ' τις άλλες, και ο πατέρας της την αγαπούσε περισσότερο και της είχε αδυναμία .             
     -Τι έχεις καλέ πατέρα και είσαι συλλογισμένος και στεναχωρημένος; τον ρωτάει η Ανεσώ.
     -Τι νά' χω παιδί μου, δεν βλέπεις τον γείτονα κάθε πρωί που βγαίνει στο μπαλκόνι και με κοροϊδεύει επιδή έχω τρείς κόρες και αυτός έχει τρείς γιούς; και 'γώ δεν ξέρω τι να του απαντήσω, της λέει ο πατέρας της με πικραμένα χείλη.
     -Αχ καλέ μπαμπά αυτός φταίει που είσαι τόσο λυπημένος; του λέει η Ανεσώ και τον χάιδεψε στοργικά στο κεφάλι. Αύριο το πρωί θα σηκωθείς εσύ πρώτος, θα βγείς στο μπαλκόνι να  του πείς:
     << Εγώ μπορεί να μην έχω γιό, αλλά η μικρή μου κόρη είναι άξια και ικανή να κλέψει του Τριώδη τις αποχτενίδες >>.

    Ο Τριώδης ήταν ένα ωραίο παλικάρι, ψηλός και γεροδεμένος, βασιλόπουλο κι αυτός. Είχε χρυσά μαλλιά που κάνανε  δαχτυλίδια και πέφτανε πάνω στους ώμους του. Τα μαλλιά του επειδή ήταν χρυσά, φέρνανε τύχη και γούρι σε όποιον είχε έστω και μία τρίχα. Για κακή του τύχη όμως, ένας κακός και άσχημος μάγος τον είχε καταραστεί γιατί τον ζήλευε.
    Αλλά επειδή δεν μπορούσε να πειράξει τον ίδιο, μόνο στους ανθρώπους και στα πράγματα που ήταν γύρω του έκανε κακό. Τη μάνα του την έκανε δράκαινα που ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής, και το παλάτι του ένα καταραμένο πύργο που μόνο κοράκια και νυχτερίδες πετούσαν τριγύρω.
    Μόνο αν δεχόταν  μια κοπέλα να τον παντρευτεί όπως είναι, αμέσως θα λύνονταν τα μάγια και όλα θα ήταν σαν και πρώτα. Ο καημός του ήταν μεγάλος,  γιατί ενώ ήταν ωραίο παλικάρι, καμιά κοπέλα δεν ήθελε να τον παντρευτεί, να έχει πεθερά μια δράκαινα, και σπίτι ένα καταραμένο πύργο.
   Την άλλη μέρα το πρωί που λέτε, σηκώθηκε ο καλός βασιλιάς, έβαλε τα καλά του ρούχα, τη χρυσή του κορώνα, βγήκε πρώτος στο μπαλκόνι και φώναξε του αλλουνού απέναντι:
     -Καλημέρα βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά, και με τους τρείς σου γιούς, μα εμένα η μικρή μου κόρη είναι άξια να κλέψει του Τριώδη τις αποχτενίδες!
    Όταν το άκουσε αυτό ο κακός βασιλιάς, έσκασε απ'το κακό του, γιατί είχε τρείς γιούς, και κανείς δεν τολμούσε να περάσει ούτε από κοντά από τον καταραμένο πύργο όταν πηγαίνανε στο κυνήγι.
     Το θεωρούσαν λοιπόν, μεγάλο κατόρθωμα και παλικαριά, να μπεί κάποιος μέσα και να κλέψει κάτι.

    Σηκώθηκε που λέτε, την άλλη μέρα η Ανεσώ να ετοιμαστεί  για το μακρινό και επικίνδυνο ταξίδι.
     Έβαλε παντελόνι και πουκάμισο και ένα μεγάλο σκούφο και μάζεψε όλα τα μαλλιά της να μη φαίνεται ότι είναι γυναίκα, γιατί φοβόταν να μην την αγαπήσει ο Τριώδης, και δεν την αφήσει να φύγει...
    Μια και δυο, παίρνει το δρόμο για τον πύργο του Τριώδη. Τρείς μέρες και τρείς νύχτες περπατούσε μέσα από βουνά και δάση, ποτάμια και ρεματιές, και μετά από πολλές κακουχίες και ταλαιπωρίες, έφτασε επιτέλους στον καταραμένο πύργο.                          Η  Ανεσώ τον είδε και αγριεύτηκε, ρίγος και ανατριχίλα πέρασε το κορμί της σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
    Ήταν  σκοτεινός  και αραχνιασμένος και στη σκεπή του φτερούγιζαν και έκραζαν κοράκια και νυχτερίδες, τριγύρω του, δεν φύτρωνε ούτε ένα πράσινο χορτάρι, μόνο ξερα δέντρα και αγκάθια ασκήμιζαν περισσότερο το τοπίο.
     Για μια στιγμή μετάνιωσε, τρομοκρατημένη έκανε ένα βήμα πίσω να φύγει, αλλά θυμήθηκε την υπόσχεση που έδωσε στον πατέρα της, και δεν ήθελε να τον ντροπιάσει κιάλλο στον κακό του γείτονα.
    Σίμωσε κοντά στην πόρτα, κατέβασε τα μανίκια μέχρι τα δάχτυλα να μην φαίνονται τα κοντυλένια χέρια της, σήκωσε πάνω το γιακά να μη φαίνεται ο αλαβάστρινος λαιμός της, κατέβασε και το σκούφο μέχρι τα αφτιά και τα μάτια να μη φαίνονται τα χρυσόξανθα μαλλιά της.
     Τακ-τακ-τακ  χτυπάει την πόρτα και φωνάζει:
     -Τριώδη-Τριώδη άνοιξε, είμαι ένας παλιός σου φίλος απ'το στρατό και ήρθα να σε δώ.
    Ο Τριώδης άνοιξε, και πρόβαλε στο κεφαλόσκαλο, τα μάτια της Ανεσώς θόλωσαν από την ομορφιά του, και η καρδιά της φτερούγισε, δεν είχε ξαναδεί πιο ωραίο νέο στη ζωή της, έλαμπε σαν τον ήλιο με τα χρυσά του μαλλιά, και παραξενεύτηκε,
πώς ένας τόσο όμορφο παλικάρι, να ζεί σ' αυτό το καταραμένο μέρος.
     Χαμήλωσε το κεφάλι, έκανε πέτρα την καρδιά της και έβγαλε κάθε πονηρή σκέψη από το μυαλό της.
     Ο  Τριώδης, την βλέπει καλά-καλά και της λέει:
     -Ποιός είσαι φίλε μου, δεν σε θυμάμαι, έχουν περάσει δα και τόσα χρόνια, αλλά δεν πειράζει, αφού ήρθες στο σπίτι μου, έλα να σε φιλοξενήσω, σε βλέπω κουρασμένο και ταλαιπωρημένο.
     Περάσανε μέσα στο σπίτι, οι ποντικοί και οι αρουραίοι πηγαινοφέρνανε ανενόχλητοι, οι αράχνες  είχαν καλύψει το ταβάνι και τις γωνίες, με τα δίχτυα τους, η μούχλα κι η υγρασία της έκοψαν την ανάσα, η Ανεσώ κόντεψε να λιποθυμήσει αλλά κρατήθηκε.
     Ο Τριώδης ετοίμασε το μπάνιο ,της έδωσε καθαρό παντελόνι και πουκάμισο να πλυθεί , ν' αλλάξει και έστρωσε τραπέζι να φάνε.
    Όπως έκανε μπάνιο η Ανεσώ, ο Τριώδης είδε από μια χαραμάδα της πόρτας ότι είναι  γυναίκα και θαύμασε την ομορφιά της. Όταν κάτσανε στο τραπέζι της λέει:
     -Γιατί μου έκρυψες πως είσαι γυναίκα;  μήπως ήρθες να με κατασκοπεύσεις ή να με κλέψεις; Ή μήπως είσαι μάγισσα και θέλεις να μου κάνεις κακό;
   Η Ανεσώ τότε έβαλε τα κλάματα και του είπε όλη την αλήθεια για τον κακό γείτονα που στεναχωρούσε τον πατέρα της και τον πλήγωνε κάθε μέρα και οτι υποσχέθηκε να κλέψει τις αποχτενίδες του και να του τις πάει, για να αποδείξει οτι μπορεί ο πατέρας της να μην έχει γιό, αλλά αυτή είναι ικανή και άξια σαν παλικάρι.
     Ο Τριώδης όμως, είδε πως είναι ωραία κοπέλα, την αγάπησε και δεν την άφηνε να φύγει.
     -Εμένα μ' αρέσεις, και θέλω να σε κάνω γυναίκα μου, της λέει, τώρα που ήρθες εδώ, δεν σ' αφήνω να φύγεις, γιατί άμα φύγεις, δεν θα ξαναγυρίσεις.
     Τώρα που θά' ρθει η μάνα μου θα της πώ ότι θέλω να σε παντρευτώ και θα την παρακαλέσω να μη σου κάνει κακό.

      Ο ήλιος πια είχε γύρει πίσω από τα βουνά και άρχισε να σουρουπώνει.
     Μαύρη θολούρα και καταχνιά, πλάκωνε σιγά-σιγά τον καταραμένο πύργο.
     Βαριά βήματα ακούστηκαν από μακριά, μπουπ-μπουπ-μπουπ, η γής έτρεμε σαν να έκανε σεισμό, τα παραθυρόφυλλα του πύργου έτριζαν και τα κερκέλια βροντούσαν απάνω στις παλιές καστρόπορτες.
     Ήταν η δράκαινα, η μάνα του Τριώδη που επέστρεφε από το δάσος. Κάθε πρωί έφευγε, και γύριζε όλη μέρα σε βουνά και λαγκάδια να κυνηγήσει. Απ' όπου περνούσε, τα πουλιά και τα τζιτζίκια σταματούσαν το γλυκόλαλο τραγούδι τους, μια νεκρική σιγή και παγωμάρα απλωνόταν τριγύρω.
      Τα ζώα και τ' αγρίμια του δάσους τρέχανε σαν κυνηγημένα να κρυφτούνε στους θάμνους και στα λαγούμια τους. Μόνο κανένα τρομαγμένο ζωάκι που δεν προλάβαινε να κρυφτεί, το άρπαζε, και τό 'τρωγε.
     
     Τώρα τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο βαριά, και τα κοράκια έκραζαν αγριεμένα,
με μια δυνατή σπρωξιά, η δράκαινα άνοιξε την πόρτα, και στάθηκε στη μέση του σπιτιού. Ήταν μια θεόρατη χοντρή και ασουλούπωτη γριά, γεμάτη γαϊδουρότριχες και μαύρες κρεατοελιές στα μάγουλα και στο πιγούνι. Μόλις την είδαν τα σκυλιά και τα γατιά του σπιτιού, αφινιάσανε, βγάλανε  ένα  πνιχτό ουρλιαχτό και πήδηξαν απ'τα παράθυρα.
    Η Ανεσώ φοβήθηκε πολύ, έτρεμε σαν ψάρι και κρύφτηκε πίσω από ένα έπιπλο.
    Η δράκαινα σούφρωσε την καμπουρωτή μύτη της, άνοιξε τα τριχωτά ρουθούνια της και ρουφούσε τον αέρα γύρω-γύρω.
     -Ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει, ποιός είναι μέσα στο σπίτι; ρωτάει αγριεμένη το γιό της.
Γούρλωσε τις ματάρες τις και έψαχνε καλά-καλά τριγύρω. Ο Τριώδης τότε της είπε:
     -Μάνα, μια ωραία κοπέλα ήρθε, μόνο σε παρακαλώ μην της κάνεις κακό γιατί μου αρέσει και θέλω να την κάνω γυναίκα μου.
     -Πούντηνε, φέρ' την  εδώ μπροστά μου να τη δώ, του λέει νευριασμένη.
     Ο Τριώδης, πήρε την Ανεσώ από το χέρι, και την παρουσίασε μπροστά της...
     Η δράκαινα ,θάμπωσε από την ομορφιά της, ήταν ψηλή λιγερόκορμη με χρυσόξανθα μαλλιά που φτάναν μέχρι τη μέση της.
     -Ωραία κοπέλα είσαι, της λέει, αν είσαι και έξυπνη θα σου δώσω το γιό μου για άντρα σου και δεν θα σου κάνω κακό. Γιαυτό θα σε βάλω να κάνεις δύο δουλειές κι άμα τα καταφέρεις, γλύτωσες, αλλιώς αλίμονο σου.
     Της δίνει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας και της λέει:
     -Αυτό θέλω να μου το ψήσεις αύριο, να το φάω το βράδυ που θά 'ρθω, αλλά πρόσεξε, θέλω το μισό να είναι καλοψημένο, και το άλλο μισό άψητο, κατάλαβες της λέει. Κατάλαβα λέει η Ανεσώ παγωμένη από τον τρόμο.

    Όλη τη νύχτα η Ανεσώ έκλεγε και σκεφτότανε πως να ψήσει το κρέας να ευχαριστήσει τη δράκαινα. Ο Τριώδης την είδε να βαλαντώνει στον κλάμα,
τη λυπήθηκε και θέλησε να τη βοηθήσει.
     -Έλα να σε φιλήσω και να σ' αρμηνέψω, της λέει.
     -Δεν θέλω ούτε να με φιλήσεις, ούτε να μ'αρμηνέψεις, καλύτερα έχω να με φάει η μάνα σου, του απαντάει η Ανεσώ ,που δεν ήθελε να μπλέξει με αγάπες και έρωτες.
    Ο Τριώδης όμως επέμενε γιατί την αγαπούσε, και δεν ήθελε να την φάει η μάνα του, της έδωσε ένα φιλί με το ζόρι και τη συμβούλεψε πως να ψήσει το κρέας.
Αμέσως ένα χρυσό δόντι φύτρωσε στο στόμα της Ανεσώς εκεί που σκάει το χαμόγελο της.
    Την άλλη μέρα όταν έφυγε η δράκαινα, η Ανεσώ άρχισε να μαγειρεύει το κρέας όπως την αρμήνεψε ο Τριώδης.Το χώρισε στη μέση, πήρε το μισό, το μαγείρεψε με ωραία μπαχαρικά και βότανα,που μοσχομύρισε το σπίτι, γιατί ήταν καλονοικοκυρά και χρυσοχέρα. Όταν τελείωσε,έκατσε και περίμενε την δράκαινα.Μόλις άκουσε τα βήματα της,κατάλαβε οτι έρχεται,σήκώθηκε,έριξε το άλλο μισό κρέας μέσα στο καζάνι,το ανακάτεψε καλά και το άφησε...
   
      Ήρθε η δράκαινα , κάθισε στο τραπέζι και της έβαλε σε μια πήλινη γαβάθα μπόλικο κρέας να φάει.
     Η δράκαινα έτρωγε με όρεξη, πλαπλάκιαζε τα ζαρωμένα χείλια της και τά 'γλυφε με τη γλώσσα της ευχαριστημένη. Ήταν ακριβώς όπως το ήθελε, το μισό καλοψημένο και μυρωδάτο και το άλλο μισό άψητο με τη γεύση του ωμού και να στάζει το αίμα. Παραξενεύτηκε όμως, πώς ήξερε η Ανεσώ και  τό 'ψησε έτσι όπως της αρέσει; 
Και της λέει;
     -Για μάγου-μάγου κόρη είσαι, για μάγισσας παιδί, ή του γιού μου του Τριώδη αρμηνέματα είναι.
      Κι η Ανεσώ της απάντησε:  -Ήξερα τα κι έκαμα τα.
     Αύριο, της λέει η δράκαινα, θέλω να μου σκουπίσεις τον πύργο, αλλά πρόσεξε, θέλω
ο μισός να είναι σκουπισμένος και ο άλλος μισός ασκούπιστος, κατάλαβες, αλλιώς αλίμονο σου κακομοίρα μου. Κατάλαβα, της λέει η Ανεσώ φοβισμένη.
    Καθόταν πάλι η καημένη η Ανεσώ και έκλαιγε όλη νύχτα, γιατί δεν ήξερε τι να κάνει.
Την είδε πάλι ο Τριώδης, τη λυπήθηκε, και θέλησε να τη βοηθήσει.
     -Έλα να σε φιλήσω και να σ' αρμηνέψω πως να σκουπίσεις τον πύργο, της λέει.
     -Δεν θέλω ούτε να με φιλήσεις, ούτε να μ' αρμηνέψεις, καλύτερα έχω να με φάει η μάνα σου, του απαντάει λυπημένη. Αλλά ο Τριώδης πάλι επέμενε γιατί την αγαπούσε και δεν ήθελε να πάθει  κακό, της έδωσε ένα φιλί με το ζόρι και συμβούλεψε.
     Αμέσως άλλο ένα χρυσό δόντι φύτρωσε από την άλλη μεριά, στο στόμα της Ανεσώς.
     Την άλλη μέρα, όταν έφυγε η δράκαινα, η Ανέσώ άρχισε να σκουπίζει τον πύργο όπως την είχε συμβουλέψει ο Τριώδης. Έπιανε ένα-ένα δωμάτιο, σκούπιζε το μισό, κι έβαζε τα σκουπίδια στο άλλο μισό, έτσι το μισό δωμάτιο ήταν σκουπισμένο και το άλλο μισό ασκούπιστο. Το ίδιο έκανε σε όλα τα δωμάτια του πύργου, τους διαδρόμους και τις σκάλες. Κατά το απογευματάκι πια, τελείωσε και περίμενε τη δράκαινα.
    Μόλις άρχισε να βραδιάζει, ήρθε η δράκαινα, γύρισε όλο τον πύργο ένα-ένα δωμάτιο και είδε ότι ήταν σκουπισμένος όπως ήθελε, και παραξενεύτηκε...
     -Για μάγου-μάγου κόρη είσαι για μάγισσας παιδί, ή του γιού μου του Τριώδη αρμηνέματα είναι! της ξαναλέει, και η Ανεσώ της απάντησε πάλι:
    -Ήξερα τα κι έκαμα τα.
     Περνούσαν που λέτε οι μέρες, οι μήνες κι η Ανεσώ ήταν πάντα λυπημένη και βουρκωμένη, γιατί θυμόταν τον αγαπημένο της πατέρα που την περίμενε με λαχτάρα και έψαχνε πάντα ευκαιρία να κλέψει τις αποχτενίδες του Τριώδη και να φύγει.
     Ο Τριώδης πάλι από την άλλη δεν έφευγε ούτε λεπτό από κοντά της και όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε η αγάπη και ο έρωτας του γι' αυτή και συνέχεια την παρακαλούσε να τον παντρευτεί.
     Έκλαιγε η Ανεσώ, χτυπιότανε και τον παρακαλούσε :
     -Άφησέ με να πάω τις αποχτενίδες σου στον πατέρα μου ,και μετά θα ξαναγυρίσω, τού 'λεγε συνέχεια, αλλά αυτός, ήταν ανένδοτος.
     -Δεν σ' αφήνω να φύγεις της έλεγε, γιατί άμα φύγεις ,δεν θα ξαναγυρίσεις κι εγώ θα πεθάνω όταν σε χάσω.
     Τι να κάνει που λέτε κι η Ανεσώ, έκανε υπομονή και πάντα έψαχνε την ευκαιρία να την κοπανήσει...

     Μιά μέρα λοιπόν που ο Τριώδης ήταν στο μπάνιο, η Ανεσώ βρήκε την ευκαιρία που περίμενε από καιρό, άρπαξε λοιπόν τη χτένα του με τις αποχτενίδες  απ' τον καθρέφτη κι έφυγε σαν αστραπή.
     Ο Τριώδης δεν την είδε ούτε την άκουσε γιατί τα μάτια του και τ'αφτιά του ήταν γεμάτα σαπουνάδες και δεν κατάλαβε τίποτα. Όταν  βγήκε από το μπάνιο και δεν την είδε, λαχτάρησε. Φώναξε απο' δώ ,φώναξε απο'κεί ,έψαξε όλο τον πύργο, άφαντη η Ανεσώ.

         Μιά μέρα και μιά νύχτα έτρεχε μέχρι να φτάσει στο παλάτι του πατέρα της, και όταν έφτασε ο πατέρας της την αγκάλιασε ,τη φίλησε και της είπε:
     -Εγώ παιδί μου σε είχα ξεγραμμένη, απελπίστηκα πια να σε περιμένω και νόμιζα πως σ'έφαγε η δράκαινα. Δε μ'έφτανε ο πόνος μου που σ'έχασα, κι έκλαιγα μέρα νύχτα, είχα και το γείτονα απέναντι, να με στεναχωράει κάθε μέρα, πως δεν είσαι άξια ,και δεν  κατάφερες να κλέψεις τις αποχτενίδες του Τριώδη.
    Την άλλη μέρα, σηκώθηκε ο καημένος ο βασιλιάς ολόχαρος πρωί-πρωί, έβαλε τα καλά του ρούχα, τη χρυσή του κορώνα, βγήκε πρώτος στο μπαλκόνι κρατώντας τη χτένα στο χέρι του και φώναξε  του αλλουνού απέναντι :
     -Καλημέρα βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά και με τους τρείς σου γιούς, μα εμένα η μικρή μου κόρη έφερε τις αποχτενίδες του Τριώδη.
    Βγαίνει ο άλλος βασιλιάς ,βλέπει τη χτένα με τις χρυσές τρίχες να λαμπιρίζουν στο πρωινό ήλιο και κιτρίνισε απ'το κακό του. Απ'την  ντροπή του και την κακία του, πούλησε το παλάτι ,πήρε τους γιούς του και εξαφανίστηκαν.
    Τώρα πια ο καλός μας βασιλιάς, ζούσε ευτυχισμένος με τις κόρες του, χωρίς  να τον ενοχλεί  κανένας.

    Ο Τριώδης όμως που έχασε την Ανεσώ, κόντεψε να τρελαθεί απ'τον καημό του ,
και δεν ήξερε τι να κάνει, που να πάει να τη βρεί ,αφού δεν ήξερε ούτε πώς τη λένε, ούτε από πού είναι ,ούτε ποιανού κόρη είναι.
     Παρακάλεσε λοιπόν τη μάνα του ,να τον βοηθήσει.
     -Μάνα, της λέει, εγώ θα πεθάνω απ'τη στεναχώρια μου, άμα δεν βρώ την Ανεσώ ,τη ζωή μου δεν τη θέλω. Η μάνα του, αν και δράκαινα με σκληρή καρδιά σαν πέτρα, τον λυπήθηκε γιατί ήταν παιδί της και δέχτηκε να τον βοηθήσει. Του έδωσε μια κλώσα με δώδεκα κλωσόπουλα και του είπε:
     -Πάρε αυτή την κλώσα με τα πουλιά που είναι μαγεμένα, μόλις τα ταϊσει  θα γίνουν
δώδεκα φρουροί με τον αρχηγό τους να την κλέψουν και να στη φέρουν εδώ.
   Τι να την κάνει όμως την κλώσα με τα κλωσοπούλια αφού δεν ήξερε που είναι η αγαπημένη του για να της τα δώσει;
     Παίρνει λοιπόν τους δρόμους και τα βουνά, γύριζε απο 'δώ γύριζε απο'κεί, μέχρι που απελπίστηκε. Μια μέρα που λέτε, συναντάει ένα γυρολόγο πραματευτή και του λέει:
    -Εσύ που γυρίζεις όλο τον κόσμο και ξέρεις όλες τις χώρες και τα χωριά θέλω να βρείς την αγάπη μου  να της δώσεις αυτή την κλώσα με τα πουλιά που είναι μαγεμένα, μόλις αυτή τα ταϊσει θα γίνουν δώδεκα φρουροί με τον αρχηγό τους να την αρπάξουν να μου την φέρουν.
     Του έδωσε κι ένα πουγκί φλουριά για να τον καλοπιάσει
     -Και πώς θα γνωρίσω την αγαπημένη σου αφού δεν την γνωρίζω; ούτε το όνομά της δεν ξέρω; τον  ρώτησε ο πραματευτής.
     Τότε ο Τριώδης θυμήθηκε τα δυο χρυσά δόντια που φύτρωσαν στο στόμα της όταν την φίλησε.
     Θα τα δώσεις σ'αυτήν που έχει το πιο ωραίο και λαμπερό χαμόγελο, του λέει.
     Φεύγει λοιπόν ο πραματευτής, γύριζε τις πόλεις και τα χωριά και φώναζε:
     -Μια κλώσα με τα πουλιά πουλώ μ'ένα χαμόγελο, μιά κλώσα με τα πουλιά πουλώ μ'ένα χαμόγελο. Βγαίνανε έξω οι κυράδες κι οι κοπελιές, χαμογελούσανε στον
πραματευτή, αλλά καμιά δεν του άρεσε ,και τις έδιωχνε. Του δίνανε φλουριά και παράδες να τα πουλήσει, αλλά αυτός δεν τά'δεινε, έψαχνε να βρεί το πιο ωραίο χαμόγελο.
     Με τα πολλά, πέρασε κάποτε κι απ'το παλάτι του καλού μας βασιλιά.
     -Μιά κλώσα με τα πουλιά πουλώ μ'ένα χαμόγελο, φωνάζει ο πραματευτής.
     Βγαίνουν έξω οι τρείς αδερφές, και χαμογελάνε μία-μία...Δεν μ'αρέσει λέει της πρώτης, δεν μ'αρέσει λέει της δεύτερης, αλλά μόλις χαμογέλασε η Ανεσώ ,μιά λάμψη άστραψε από το στόμα της, ο πραματευτής τότε  θάμπωσε από την ομορφιά της, είχε το  ωραιότερο  χαμόγελο, είδε και τα δύο χρυσά δόντια ,που αστράφτανε, και κατάλαβε πια ,πως αυτή είναι η αγαπημένη του Τριώδη.
     Της δίνει την κλώσα με τα πουλιά, αλλά επειδή ήταν πολύ όμορφη, τη λυπήθηκε, και της έδωσε μιά συμβουλή:
     -Ποτέ δεν θα ταϊσεις μαζί την κλώσα με τα πουλιά, της είπε, το πρωί θα ταϊζεις την κλώσα και το απόγευμα τα πουλιά, κατάλαβες; της λέει ο πραματευτής, κατάλαβα  λέει  κι η  Ανεσώ και τα παίρνει.
    Περνούσαν οι μέρες, κι οι μήνες, η Ανεσώ το πρωί έκρυβε τα πουλιά και τάιζε μόνο την κλώσα ,και όταν αυτή έτρωγε καλά και χόρταινε, έλεγε στα παιδιά της:
     -Κάκαβρα-κάκαβρα άντε να κλέψουμε την Ανεσώ να την πάμε του αφέντη μας.
     Και τα πουλιά της απαντούσανε:
     -Πίου-πίου τσιν-τσιν-τσιν, εμείς πεινάμε ενώ εσύ είσαι χορτάτη, δεν πάμε πουθενά!
     Το απόγευμα έκρυβε η Ανεσώ την κλώσα, και τάιζε μόνο τα πουλιά ,όταν κι αυτά τρώγανε και χορταίνανε, λέγανε στη μάνα τους:
    -Πίου-πίου τσιν-τσιν-τσιν ,μάνα, άντε  να  κλέψουμε την Ανεσώ να την πάμε του Τριώδη.
   -Κάκαβρα-κάκαβρα, έλεγε η κλώσα, εσείς φάγατε, ενώ εγώ πεινάω, δεν πάω πουθενά.

   Αυτό γινότανε κάθε μέρα ,ώσπου ένα απόγευμα ,ξέχασε η Ανεσώ να ταϊσει τα πουλιά...
    Σηκώνεται την άλλη μέρα το πρωί, και τα βλέπει όλα να φωνάζουνε και να χαλάνε τον κόσμο λυσσασμένα από την πείνα, τι να κάνει η καημένη η Ανεσώ,τα λυπήθηκε ,κι έκανε το λάθος και τα τάισε όλα μαζί...
    Μόλις φάγανε και χορτάσανε, αμέσως μεταμορφωθήκανε φρουροί ,την αρπάξανε και την πήγανε του Τριώδη...Ο Τριώδης μόλις την είδε, την αγγάλιασε, τη φίλησε και της ζήτησε να παντρευτούνε. Αυτή όμως έκλαιγε πάλι ,και τού 'λεγε:
     -Κι εγώ σ' αγαπάω γιατί είσαι καλός κι ωραίος άντρας, αλλά δεν μπορώ να ζήσω σ'αυτό τον καταραμένο πύργο και νά 'χω πεθερά μιά δράκαινα.
     Ο Τριώδης της υποσχέθηκε ,και της έδωσε το λόγο του ,πως όταν παντρευτούνε όλα θ' αλλάξουν και τίποτα δεν θά 'ναι όπως πρώτα. Δεν μπορούσε όμως να της πεί περισσότερα, γιατί η Ανεσώ δεν ήξερε πως όλα γύρω ήταν μαγεμένα από τον κακό μάγο, και δεν έπρεπε να το μάθει πριν παντρευτούν, γιατί άμα το ήξερε τα μάγια δεν θα λύνανε.
    Η Ανεσώ τον πίστεψε, δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, και δέχτηκε να   παντρευτούνε...
     Το πρώτο βράδυ κοιμηθήκανε μαζί, και το πρωί όταν ξυπνήσανε ,όλα είχαν αλλάξει .
    Ο αραχνιασμένος και σκοτεινός πύργος, έγινε ένα λαμπρό παλάτι, οι ποντικοί και οι αρουραίοι έγιναν ευγενικοί και πρόσχαροι υπηρέτες και καμαριέρες, τα κοράκια κι οι νυχτερίδες, έγιναν άσπρα περιστέρια, καρδερίνες και αηδόνια, τα ξερά  δέντρα και τα αγκάθια ,γίνανε περιβόλια και κήποι με κάθε λογίς δέντρα και λουλούδια, και η κακιά δράκαινα, έγινε μιά καλή και στοργική μάνα και πεθερά. Όλα λάμπανε και αστράφτανε στον πρωινό ήλιο και τίποτα δεν θύμιζε το παλιό καταραμένο τοπίο.
   Ήταν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι μέχρι τα βαθιά γεράματα, κάνανε πολλά παιδιά κι εγγόνια, και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!

http://cache.desktopnexus.com/thumbnails/1320520-bigthumbnail.jpg
Καλημέρα..Smile


Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Ένα παραμύθι για σήμερα? Οι συνταξιδιώτες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν..:-)

Picturesque_castle

     Το βρήκα στο youtube να με περιμένει να το φέρω στο Τερμιτομπλόγκ. Η αλήθεια είναι ότι το σκέφτηκα για λίγο στην αρχή. Μετά όμως το παρακλητικό βλέμα του συγκεκριμένου βίντεο, πείστηκα. Οι συνταξιδιώτες λοιπόν, Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν και μην ξεχάσετε να προσέξετε τη μουσική που υπάρχει στο βίντεο αφού έχουν ολοκληρωθεί όλα τα λεπτά της αναπαραγωγής του..Smile

Καλημέρα..Smile


Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Η πιο όμορφη γυναίκα :-)

     Έχω όρεξη για παραμύθι σήμερα. Γι αυτό, πριν σηκωθείτε για να πάρετε στους ώμους σας τη μέρα και να την πάτε μερικές πήχες πιο κει, φτιάξτε ένα καφέ ή πρωινό ή ότι τέλος πάντων τρώτε ή πίνετε το πρωί και καθήστε εδώ κοντά να το διαβάσουμε όλοι μαζί. Η πιο όμορφη γυναίκα λοιπόν  και...

http://elgonnews.com/wp-content/uploads/2012/12/beautiful_women_640_15.jpg 

     Kάποτε στα πολύ παλιά και σκονισμένα χρόνια, τότε που ακόμα δεν υπήρχαν καλά καλά βασίλεια ανθρώπων και τα ζώα και τα πουλιά μιλούσαν ανθρώπινα, σε κάποιο μέρος της Γης ζούσε ο γιός ενός χωρικού, του Ερνέστο και τον έλεγαν  Εντουάρντο. Ο Εντουάρντο μια μέρα αποφάσισε να βρει την πιο όμορφη γυναίκα που είχε ποτέ γεννηθεί στη Γη και να την κάνει σύντροφό του.  

     Πήρε την ευχή του πατέρα του, λίγο τυρί και λίγο ψωμί και ξεκίνησε για άγνωστα μέρη με οδηγό του τον ήλιο.

     Περπατούσε λοιπόν με μέτωπο προς τον ήλιο και κάθε δύο βήματα, έκανε και ένα τρίτο. Έτσι τα βήματά του μετρούσαν τρία, έξι, εννιά και χάνονταν ο λογαριασμός.

     Ο Εντουάρντο έφτασε σε μια λίμνη και βρήκε στις όχθες της σκυμμένη μια πανέμορφη κοπέλα με μάτια σαν του ουρανού το γαλανό χρώμα και μαλλιά σαν του φεγγαριού ξανθά, όταν αυτό έχει πανσέληνο, να κλαίει γοερά.

     Την πλησίασε με δέος και τη ρώτησε πως τη λένε και γιατί κλαίει. Η κοπέλα του είπε πως την λένε Ντελμίρα, πως είναι κόρη του βασιλιά των κροκόδειλων και πως μια κακιά μάγισσα τη μεταμόρφωσε σε άνθρωπο για να την εκδικηθεί, επειδή ήταν πολύ καλή.

     Για να σπάσει το ξόρκι, έπρεπε να βρεθεί ένα παλικάρι να περάσει πάνω από τους τρεις ανέμους, χωρίς να τον φυσήξουν, να μπει στη σπηλιά του βασιλιά πύθωνα και να του πάρει ένα αυγό, την ώρα που ο πύθωνας θα τον κοιτάζει από απόσταση δυο μέτρων και να το πάει στον πατέρα της, στα βάθη του ποταμού που βρίσκεται το βασίλειο των κροκοδείλων, μαζί με μια τούφα από τα μαλλιά της.

 

     Ο νέος που δεν πίστευε πως θα έβρισκε μια τόσο όμορφη κοπέλα στο δρόμο του, δέχτηκε να πάρει μια τούφα από τα μαλλιά της και υποσχέθηκε να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να λυθούν τα μάγια που την έδεναν.

     Ξεκίνησε μια και δυο για τη χώρα των ανέμων. Στο δρόμο, συνάντησε μια νυχτερίδα πιασμένη σε ατσάλινα δίχτυα μιας γιγάντιας αράχνης που πλησίαζε να την φάει. 

     «Σώσε με» του φώναξε η νυχτερίδα «και θα κάνω ότι θέλεις για σένα». Πράγματι, ο Εντουάρντο έκανε δυο κομμάτια τα ατσάλινα δίχτυα με τη δύναμη της αγάπης για την κοπέλα που τον είχε κυριεύσει και έσωσε τη νυχτερίδα από βέβαιο θάνατο.

     «Για το καλό που μου κανες» του είπε η νυχτερίδα «σου χαρίζω το μοναδικό φυλαχτό μου, που σου δίνει τη δύναμη να πετάς πάνω από τους ανέμους, χωρίς καν αυτοί να σε φυσάνε».

     Πήρε το φυλαχτό εκείνος και συνέχισε το δρόμο του. Ενώ είχε φτάσει στο μεγαλύτερο βουνό της Γης, πίσω από το οποίο φυσούσαν οι τρεις άνεμοι, είδε στην άκρη του δρόμου ένα γέρο ζητιάνο.

     «Δώσε μου κάτι να φάω» του είπε ο ζητιάνος. Ο Εντουάρντο πλησίασε και του έδωσε το τυρί και το ψωμί που είχε μαζί του, γιατί με τη δύναμη της αγάπης που τον είχε κυριεύσει, αν και ήταν νηστικός για μέρες, δεν πεινούσε. Τότε ο γέρος ζητιάνος μεταμορφώθηκε σε ένα λαμπρό αστέρι και καθώς άρχισε να ανεβαίνει στον ουρανό, του είπε με βροντερή φωνή, που έκανε το βουνό να τρέμει:

     «Για το καλό που μου κανες, σου δίνω φως από το φως μου, για να τυφλωθεί όποιος σε κοιτάξει πρώτος, στα δύο μέτρα απόσταση».

 

     Συνέχισε το δρόμο του ο Εντουάρντο και έφτασε στην κορυφή του βουνού. Πριν προλάβει να καταλάβει τους τρεις ανέμους που φυσούσαν πέρα από το βουνό, το φυλαχτό τον σήκωσε ψηλά, τον πέρασε από πάνω τους και τον πήγε στο απέναντι βουνό.

     Εκεί ήταν η σπηλιά του βασιλιά πύθωνα. Μπήκε αποφασιστικά μέσα, είδε που είχε τα αυγά του και την ώρα που τα πλησίαζε, τον είδε ο πύθωνας από το βάθος της σπηλιάς και έτρεξε να τον φάει. Μόλις τον πλησίασε όμως στα δυο μέτρα, άστραψε ένα φως και ο πύθωνας τυφλώθηκε.

     Πήρε ο Εντουάρντο τότε ένα αυγό και βγήκε από τη σπηλιά. Συνέχισε το δρόμο του και έφτασε στο ποτάμι που ήταν το βασίλειο των κροκοδείλων. Έπεσε αμέσως μέσα στο νερό και κολύμπησε προς το παλάτι του βασιλιά κροκόδειλου, στον πυθμένα του ποταμού.

     Πριν προλάβουν να τον φάνε οι κροκόδειλοι, έβγαλε από την τσέπη του την τούφα από τα μαλλιά της κόρης του βασιλιά και το αυγό του πύθωνα και τα έδωσε στον πατέρα της. Στη συνέχεια του διηγήθηκε την ιστορία με τα μάγια.

     Ο Βασιλιάς των κροκοδείλων βρυχήθηκε, όπως μόνο οι κροκόδειλοι ξέρουν να κάνουν μέσα στο νερό και ξαφνικά εμφανίστηκε η κόρη του μπροστά του με τα μάγια λυμένα.

     «Για το καλό που μου κανες» είπε ο βασιλιάς κροκόδειλος, σου δίνω «ένα τσουκάλι γεμάτο χρυσά νομίσματα από αυτά που έχω βρει στα βάθη του ποταμού».

     Ο Εντουάρντο τον ευχαρίστησε ευγενικά, αλλά δεν δέχτηκε το δώρο. Ζήτησε να κάνει γυναίκα του την κόρη του βασιλιά, αφού τη μεταμορφώσει πάλι σε πανέμορφη κοπέλα όπως ήταν και πριν όταν τη βρήκε μαγεμένη.

     Είδε ο Βασιλιάς πως στα μάτια τόσο του νέου που ήταν μπροστά του όσο και της κόρης του, ότι φώλιαζε η αγάπη, αλλά δεν ήθελε να την ξαναχάσει.

     Έτσι, αφού πρώτα τους χάρισε τα χρυσά νομίσματα, έδωσε εντολή στα στοιχειά της φύσης και έξη μήνες το χρόνο η Ντελμίρα θα ήταν η πανέμορφη κοπέλα που γνώρισε ο Εντουάρντο και θα τον ακολουθούσε όπου αυτός ήθελε και έξη μήνες εκείνη θα είχει την κανονική της μορφή και ο Εντουάρντο θα ήταν μεταμορφωμένος σε κροκόδειλο και θα ζούσε μαζί με την αγαπημένη του στο ποτάμι.

     Και έτσι έγινε..

Kαλημέρα..Smile


Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το καινούριο μνημόνιο του βασιλιά - Παραμύθι..:-)

http://2.bp.blogspot.com/_s4l4cEAdr4A/TPDGG-xoqjI/AAAAAAAABNI/NlKO02sckfc/s400/ContentSegment_12546153%2524W232_H250_R0_P0_S1_V1%2524Jpg.jpg

         Mια φορά και έναν καιρό, ζούσε σε μια μακρινή χώρα ένας βασιλιάς που το μόνο που σκεφτόταν ήταν τo μνημόνιο. Σπαταλούσε τα χρήματα της χώρας για να πληρώνει ολοένα και περισσότερους τόκους σε ψευτοδανειστές του βασιλείου του.

     Έφτιαχνε και ένα καινούριο μνημόνιο για κάθε ώρα της μέρας  και οι νομικοί του παλατιού δούλευαν ασταμάτητα κόβοντας και ράβοντας συνέχεια καινούργια μνημόνια. Η φήμη του βασιλιά και η αδυναμία του για τα μνημόνια,  έφτασαν στα αυτιά δυο απατεώνων που αποφάσισαν να τον ξεγελάσουν και να εκμεταλλευτούν την ματαιοδοξία του.

     Μια μέρα λοιπόν εμφανίστηκαν στο παλάτι και ζήτησαν ακρόαση από τον βασιλιά.

     «Καλησπέρα σου βασιλιά μου, είμαστε δυο ξακουστοί κατασκευαστές μνημονίων ! Μαγειρεύουμε τα πιο όμορφα μνημόνια που έχει δει ποτέ άνθρωπος. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να γράψουμε ένα μαγικό μνημόνιο που όμοιό του δεν έχεις ξαναδεί και που μόνο με το δικό μας μνημόνιο, κάθε βασίλειο μπορεί να βγει στην ανάπτυξη..

     Όχι μόνο θα είναι όμορφο και μαγικό, μα και όποιος δεν μπορεί να δει ότι με αυτό θα βγει το βασίλειο στην ανάπτυξη, τότε αυτός είναι κουτός και είναι ανάξιος για τη θέση του και θα πρέπει ευθύς αμέσως να θανατώνεται..»

     "Xμ", σκέφτηκε ο βασιλιάς, "αυτό το μνημόνιο είναι ότι πρέπει  για μένα. Αν το υλοποιήσουν οι υποτακτικοί μου θα μπορέσω να ανακαλύψω ποιος είναι άξιος για τη θέση του και ποιος όχι, ποιος είναι σοφός και ποιος κουτός.." 
      Έτσι έδωσε στους δυο απατεώνες ένα πουγκί με χρυσάφι και τη διαταγή να αρχίσουν αμέσως να φτιάχνουν το μαγικό μνημόνιο.

     Την επομένη κιόλας μέρα υπάλληλοι των απατεώνων μπήκαν στα γραφεία των υπουργών του βασιλιά, τα οποία τους είχε παραχωρήσει ο ίδιος και αφού εκτόπισαν τους ίδιους τους υπουργούς έστησαν δυο νομικές ομάδες και ξεκίνησαν τη δουλειά.

     Κάθε μέρα που περνούσε ζητούσαν όλο και περισσότερα χρήματα από τον βασιλιά δήθεν για να αγοράσουν χρυσά γράμματα της αλφαβήτας και μεταξένια σημεία στίξης για να συμπληρωθεί το μαγικό μνημόνιο...
      Ο βασιλιάς που το περίμενε πως και πως, δεν δίσταζε καθόλου και τους έδινε κάθε μέρα όλο και περισσότερο χρυσάφι.

     Ο καιρός περνούσε και αυτοί όλη μέρα κι όλη νύχτα ήτανε στις δυο νομικές ομάδες και έκοβαν και έραβαν διατάξεις που όμοιές της κανείς δεν είχε ξαναδεί..

     "θα φορολογούνται οι άνεργοι με 300 μαγικές χρυσές κορώνες για κάθε μέρα του χρόνου που δεν είχαν φαγητό στο τραπέζι τους. Θα φορολογούνται τα παιδιά από την ηλικία του ενός έτους με 50 μαγικές χρυσές κορώνες κάθε φορά που πίνουν γάλα και με 100 μαγικές χρυσές κορώνες κάθε φορά που κλαίνε επειδή τους πονάει η κοιλιά.

     Οι χήρες θα φορολογούνται με 400 μαγικές χρυσές κορώνες κάθε μέρα από την ημέρα που έμειναν χήρες. Θα φορολογούνται τόσο οι ανήμποροι, τόσο οι ανάπηροι, τόσο οι άστεγοι, τόσο οι κατατρεγμένοι, τόσο οι τραυματισμένοι, τόσο οι άρρωστοι και πάει λέγοντας.."

     Όλοι στη πόλη ήξεραν πια για το μαγικό μνημόνιο που οδηγεί στην ανάπτυξη και ανυπομονούσαν να δουν τον βασιλιά να το εξαγγέλλει, χωρίς όμως να ξέρουν λεπτομέρειες για το τι αυτό πρεσβεύει. 
      "Θα θελα να ξέρω πως τα πάνε αυτοί οι δύο με το μαγικό μνημόνιο" σκέφτηκε μια μέρα ο μεγαλειότατος "και πως με αυτό θα βγει η χώρα στην ανάπτυξη", αλλά έπειτα θυμήθηκε πως όποιοι ήταν ανάξιοι  για τις θέσεις τους δεν μπορούσαν να δουν το καλό αποτέλεσμα του μαγικού μνημονίου..
     Θεώρησε λοιπόν πως ήταν καλύτερα να μην διακινδύνευε ο ίδιος τη φήμη του.

     "Καλύτερα να στείλω τον υπουργό οικονομικών στη θέση μου. Είναι σοφός και έμπιστος", σκέφτηκε ο βασιλιάς.

     Έτσι ο υπουργός πήγε στο χώρο όπου είδε τους δυο απατεώνες να δουλεύουν  μπροστά από δυο γραφεία με χαρτιά, μαζί με ένα πλήθος από συνεργάτες τους. Πήρε στα χέρια του και διάβασε μερικές αράδες από το υπό κατασκευή μαγικό μνημόνιο και προς στιγμή αναφώνησε μέσα του καθώς προσπαθούσε να σκουπίσει τον ξαφνικό κρύο ιδρώτα του και να καθαρίσει τα γυαλιά του: 
     "Ω θεέ μου! Αυτό είναι μια καταστροφή! Με αυτό θα ξανάρθουν πίσω οι δράκοι του παραμυθιού και θα κάνουν μια μπουκιά όλους τους υπηκόους του βασιλιά!"

     Αμέσως όμως μια δεύτερη σκέψη πέρασε από το μυαλό του: "Είμαι λοιπόν βλάκας και ανάξιος για τη θέση μου;"

     Ευθύς αμέσως πλησίασε τους δυο απατεώνες και με προσποιητό σαν αληθινό όμως, χαμόγελο, άρχισε να εκθειάζει τη δουλειά τους: "Τι όμορφες χρυσές λέξεις! Τι μεταξένια σημεία στίξης! Τι μαγικά νοήματα! Είμαι απολύτως βέβαιος ότι με αυτό το μαγικό μνημόνιο, το βασίλειο θα βρεθεί πολύ γρήγορα στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου"

     Άρχισαν εκείνοι τότε να του εξηγούν με κάθε λεπτομέρεια για κάθε μια παράγραφο, πως θα βγει το βασίλειο από την κρίση, αλλά ότι και να του έλεγαν, του έλεγαν αρλούμπες και ότι τους κατέβαινε στο νου:

     "υπουργέ μου, θα διώξουμε τους δημόσιους υπαλλήλους και έτσι τα γραφεία τους θα διατηρούνται καθαρά και λουστραρισμένα με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται κάθε τρεις και λίγο να τα γυαλίζουμε.."

     "..θα βάλουμε πέταλα στους γλάρους ώστε τα άλογα να μην έχουν το προνόμιο να είναι τα μόνα που φοράνε πέταλα και με αυτό τον τρόπο θα εξοικονομήσουμε ψάρια στις θάλασσες, γιατί με πέταλα στα πόδια οι γλάροι δεν θα μπορούν να μας στερήσουν εκείνα που θα έτρωγαν..",

     "..οι άμαξες δε θα κινούνται πλέον με ρόδες αλλά θα τσουλάνε σε τσουλήθρες και έτσι εκείνοι που φτιάχνουν ρόδες δε θα ζητάνε περισσότερο φαγητό να φάνε, αλλά θα αρκούνται σε σπόρους που ταΐζουμε τα περιστέρια στις μεγάλες πλατείες, με αποτέλεσμα και τα περιστέρια να μην πρήζονται στο φαγητό και να μένει περισσότερο για το βασιλιά και την ακολουθία του.."

     Ο υπουργός άκουγε με πολύ προσοχή ώστε να μπορεί μετά περιγράψει στον βασιλιά αυτά που του λέγανε και αν και του ερχόταν να γελάσει και να κλάψει μαζί, κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι του, γεμάτος κατανόηση, για να μην τον πει κανείς κουτό και ανάξιο για τη θέση του επειδή δεν καταλαβαίνει το μαγικό μνημόνιο..

     Έπειτα  ζήτησαν από τον υπουργό κι άλλα χρήματα για να προχωρήσουν στο κόψιμο και στο ράψιμο του μαγικού μνημονίου και εκείνος δεν μπόρεσε να τους αρνηθεί..

     Και φυσικά το χρυσάφι πήγε όλο στις τσέπες των δυο απατεώνων. . .

     Ο βασιλιάς έστειλε έπειτα τον αρχιστράτηγο του  για να επιθεωρήσει τη δουλειά των δυο νομικών.
     Όμως κι αυτός όπως ο υπουργός πήγε να πάθει εγκεφαλικό με όσα άκουσε, όσα διάβασε και όσα κατάλαβε!
      Επειδή όμως δεν ήθελε να νομίζουν πως είναι ανόητος ή ανίκανος, δεν είπε τίποτα παρά μόνο προσποιήθηκε πως θαύμαζε τα κείμενα και στο βασιλιά είπε πως ήταν ένας υπέροχος νέος νόμος που σίγουρα οδηγούσε με ένα μαγικό τρόπο στην ανάπτυξη του βασιλείου.

     Γοητευμένος ο βασιλιάς και ανυπόμονος, αποφάσισε να πάει ο ίδιος να δει από κοντά τη δουλειά των δυο απατεώνων και να διαβάσει με τα ίδια του τα μάτια τις μαγικές εκείνες φράσεις που ήταν γραμμένες με χρυσές λέξεις και μεταξένια σημεία στίξης.

     Πήγε λοιπόν μαζί με τον υπουργό και τον αρχιστράτηγο να δει το περίφημο υπό κατασκευή μαγικό μνημόνιο.. 
      "Υπέροχο, καταπληκτικό!" αναφώνησε ο αρχιστράτηγος! 
      "Θεσπέσιο, τι σχέδιο!" είπε ο υπουργός.
      Ο βασιλιάς  τρομοκρατήθηκε. "Είναι δυνατόν;" αναρωτήθηκε, "Τι μπούρδες είναι αυτές;!" 
      "Η γραφή σας είναι θαυμάσια" είπε μονομιάς, καθώς φοβήθηκε πως οι άλλοι μπορεί να καταλάβαιναν ότι του ερχόταν εγκεφαλικό με αυτά που διάβαζε.

     "Να το ετοιμάσετε μέχρι τη μεγάλη γιορτή για την επέτειο της βασιλείας μου σε τρεις μέρες", είπε, δείχνοντας ενθουσιασμένος αλλά έτοιμος να πέσει κάτω από ταχυκαρδία με το τραγικό περιεχόμενο.

     Οι δυο κατεργάρηδες υποσχέθηκαν να δουλεύουν νύχτα και μέρα χωρίς σταμάτημα μέχρι να τελειώσουν και τις τελευταίες διατάξεις..


      "..θα φορολογούνται οι πελεκάνοι που πετούν πάνω από κολώνες της βασιλικής εταιρείας ενέργειας και φυσικών πόρων.."

     "..θα πληρώνουν πρόστιμα οι χήνες που γεννούν τα αυγά τους έξω από τη φωλιά, αλλά αν τα γεννούν μέσα, τότε θα πληρώνουν περισσότερο πρόστιμο. Αν δεν έχουν μαγικές χρυσές λίρες οι χήνες, τότε θα πληρώνουν οι χήνοι και αν δεν έχει κανείς, τότε θα σφάζονται και θα μαγειρεύονται χήνες στιφάδο.."

     "..τα γουρούνια θα ανακηρυχθούν δήμαρχοι και οι άνθρωποι θα ζούνε στις λάσπες και θα τρώνε σκουπίδια. Έτσι θα κάνουμε οικονομία επειδή τα γουρούνια δε θα ζητάνε φαγητό και οι άνθρωποι θα πάψουν επιτέλους να μαγειρεύουν.."

     και έτσι τρεις μέρες μετά, οι δυο απατεώνες αναφώνησαν: "Το καινούργια μαγικό μνημόνιο του βασιλιά είναι έτοιμο!!"

     Ο βασιλιάς μπήκε στο δωμάτιο συνοδευόμενος από τους αυλικούς του.
     Οι δυο κατεργάρηδες έδωσαν στον πρώτο γραμματέα του βασιλιά τις σελίδες που ήταν γραμμένες με ορνιθοσκαλίσματα και αυτός άρχισε να διαβάζει ένα κάρο βλακείες:

     "..τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, έξι το λαδόξιδο.."

     "..βάστα με να σε βαστώ ν ανεβούμε στο βουνό.."

     "..ορε σαν πας στην Καλαμάτα κι έρθεις με το καλό, φέρε μου ένα μαντήλι να δέσω στο λαιμό, αμάν, φέρε μου ένα μαντήλι να δέσω στο λαιμό.."

     Ο γραμματέας διάβαζε και διάβαζε και οι παρευρισκόμενοι, μόνο που δεν έκλαιγαν από όσα άκουγαν αλλά κανείς, μα κανείς, δεν ήθελε να θεωρηθεί ανόητος ή ανίκανος ή ανάξιος για τη θέση του. Έτσι, μόλις τελείωσε η ανάγνωση, όλοι χειροκρότησαν δείχνοντας ενθουσιασμένοι, αν και η καρδούλα τους το ήξερε.

     Ο βασιλιάς που έβλεπε όλο αυτό τον ενθουσιασμό τριγύρω του, γεμάτος απορία αλλά και μη θέλοντας να δείξει και αυτός με τη σειρά του ανάξιος, παρασημοφόρησε τους δυο απατεώνες και τους έδωσε και άλλα δυο πουγγιά χρυσάφι. Εκείνοι, πήραν το χρυσάφι και κανείς ποτέ δεν τους ξανάδε σε εκείνα τα μέρη.

     Την άλλη μέρα ο βασιλιάς, στη μεγάλη γιορτή της επετείου της βασιλείας του, ανακοίνωσε το νέο του μαγικό μνημόνιο που όλοι περίμεναν με ενδιαφέρον και περιέργεια.

     "..σαράντα παλικάρια από τι Λιβαδειά, πάνε για να ληστέψουν μια γριά.."

     "..πάρε πασά μου την οδοντόβουρτσά μου και πάμε μαζί να βάψουμε το νησί, η μάνα σου εγώ κι εσύ.."

     '..καράβια ανεβαίνουν την πλαγιά, καράβια κατεβαίνουν, καράβια πάνε στην εκκλησιά και γίνονται βαρκούλες.."

     Διάβαζε ο βασιλιάς, διάβαζε και κατά διαστήματα τον διέκοπταν οι υπήκοοι του με χειροκροτήματα, γιατί κανείς δεν ήθελε να τον περάσουν για κουτό ή ανάξιο. Κανείς δεν τολμούσε να ομολογήσει ότι αυτά που διάβαζε ο βασιλιάς, ή ήταν αρλούμπες ή αν υλοποιούνταν, μόνο καταστροφή και δυστυχία θα έφερναν στο βασίλειο και όχι ανάπτυξη.

     Τελειώνοντας το λόγο του ο βασιλιάς και πριν προλάβουν να χειροκροτήσουν και πάλι οι υπήκοοι, ένα παιδί από το βάθος ακούστηκε να λέει: "μα αυτά που διάβασε ο βασιλιάς ήταν αρλούμπες"..

     Σαν να ξύπνησαν ξαφνικά όλοι, άρχισαν να συμφωνούν με το παιδί, στην αρχή οι υπήκοοι, μετά οι αυλικοί και στο τέλος ο ίδιος ο βασιλιάς. Επειδή όμως δεν ήθελε να δείξει ότι τον εξαπάτησαν δυο απατεώνες, ανακοίνωσε ότι αυτός θα είναι ο νόμος του Κράτους από δω κι εμπρός και πήγε και κρύφτηκε στο παλάτι, όπου έκαναν καιρό να τον δουν να κυκλοφορεί στα βασιλικά διαμερίσματα..Smile

http://paramythades.files.wordpress.com/2012/09/cf84ceb1-cf81cebfcf8dcf87ceb1-cf84cebfcf85-ceb2ceb1cf83ceb9cebbceb9ceac-4.jpg?w=405&h=456
Καλημέρα..Smile


Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Ο γάμος της Βατραχίνας - Παραμύθι από την Αυστρία..:-)

alt

     Σήμερα θα μου επιτρέψετε να αναρτήσω ένα αυστριακό παραμύθι από το blog Παραμύθι Μυθικό του Σεβάχ του Θαλασσινού. 

     Έτσι, για να παραμείνουμε στο μαγικό κόσμο των παραμυθιών και να ξημερώσει μια όμορφη Κυριακή..Smile

 

     Ένας τυροκόμος και η γυναίκα του που είχαν πάει για περίπατο στους λόφους, βρήκαν μια μικρή βατραχίνα μέσα σ' ένα εντελβάις.

     "Πάντα ήθελα μια κόρη", είπε η γυναίκα. "Θα μεγαλώσω αυτή τη βατραχίνα σα να ήτανε παιδί μου και θα την ονομάσω Καταρίνα".

     Το πλασματάκι, περνούσε καλά στο σπίτι του αγρότη. Έμαθε να μιλάει, να διαβάζει, ακόμη και να τραγουδάει. Είχε μια φωνή τόσο όμορφη, που όλοι τρελαίνονταν να την ακούν.

     Κάποιο απόγευμα, ένας πρίγκιπας έτυχε να περνάει από το αγρόκτημα. Άκουσε τη βατραχίνα που τραγουδούσε από το δωμάτιό της και αμέσως μαγεύτηκε.

     "Είναι η κόρη σας αυτή που ακούω?" ρώτησε τον αγρότη, που έπηζε το βούτηρο στο κατώφλι. "Μπορώ να της μιλήσω?"

     "Δυστυχώς η Καταρίνα δε δέχεται κανέναν", αποκρίθηκε ο τυροκόμος.

     "Μα την έχω ερωτευτεί", επέμενε ο πρίγκιπας. "Πείτε της ότι θέλω να την κάνω γυναίκα μου".

     Ο τυροκόμος σκούπισε τα χέρια του σε μια πετσέτα. "Θα δω ποια είναι η γνώμη της γι αυτό" είπε στον πρίγκιπα και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του σπιτιού του.

     Η βατραχίνα βαθιά μέσα της ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να παντρευτεί τον πρίγκιπα. Αναρωτιόταν όμως πως θα ήταν να ντυθεί νύφη, να δει από μέσα το παλάτι - ίσως ακόμη και να φιληθεί.

     Έτσι είπε το "ναι", με ένα όρο όμως: ο πρίγκιπας δεν θα την έβλεπε πριν από το γάμο, ούτε την ίδια μέρα πριν από την τελετή. Θα την έβλεπε στον Ναό, ούτε λεπτό νωρίτερα.

     "Πολύ μυστηριώδης νύφη", σκέφτηκε ενθουσιασμένος ο πρίγκιπας και δέχτηκε αμέσως τον όρο της Καταρίνα.

     Τη μέρα του γάμου, η γυναίκα του τυροκόμου, έντυσε την Καταρίνα με ένα νυφικό φτιαγμένο από χαρτί και η νύφη ξεκίνησε τραγουδώντας πάνω σε μια ψεύτικη παιδική άμαξα, που την έσερνε ένας κόκκορας.

     Καθώς πλησίαζαν το παλάτι, η μικρή βατραχίνα άρχισε να νοιώθει λίγη νευρικότητα. Ήλπιζε πως δεν θα θύμωνε ο πρίγκιπας από τη μικρή απάτη που είχε σκαρώσει.

     Σε μια στροφή του δρόμου, η Καταρίνα προσπέρασε τρεις νεράιδες που πήγαιναν στον γάμο. Η μια απ' αυτές έβηχε χωρίς σταματημό. Το πρόσωπό της είχε μελανιάσει.

     Οι φίλες της, την χτυπούσαν στην πλάτη με μανία.

     "Βοήθεια! Βοήθεια!"

     Η βατραχίνα σταμάτησε την άμαξα. "Τι συμβαίνει?" ρώτησε

     "Ένα κόκκαλο από ψάρι έχει κολήσει στο λαιμό της φίλης μας" απάντησαν οι δυο πρώτες νεράιδες.

     Η τρίτη νεράιδα προσπάθησε να μιλήσει, όμως δεν μπόρεσε. Το θέαμα μιας βατραχίνας με χάρτινο νυφικό, που πήγαινε βόλτα με μια άμαξα από ψεύτικο παιχνίδι που το έσερνε ένας κόκκορας, ήταν παραπάνω από όσο μπορούσε να αντέξει.

     Ο φοβερός βήχας μετατράπηκε σε ξέσπασμα άγριων γέλιων τέτοιων, που απομακρύνθηκε το κόκκαλο του ψαριού απο το λαιμό της!

     "Λοιπόν", είπε η πρώτη νεράιδα, "έσωσες τη ζωή της φίλης μας. Αυτό, αξίζει σπουδαία ανταμοιβή". Κούνησε το χέρι της και η παιδική άμαξα μεταμορφώθηκε σε πραγματική, που την έσερναν έξι λευκά άλογα.

     "Ορίστε η ανταμοιβή μου", είπε η δεύτερη νεράιδα. Με το μαγικό ραβδί της μεταμόρφωσε το χάρτινο νυφικό σ' ένα φόρεμα από μετάξι και δαντέλα.

     "Εγώ σου χρωστάω μεγαλύτερη χάρη απ' όλους", είπε η τρίτη νεράιδα. Σκόρπισε χρυσόσκονη στον αέρα, μουρμουρίζοντας ένα ξόρκι. Στη στιγμή η Καταρίνα μεταμορφώθηκε σε μια πανέμορφη κοπέλα, με μάτια που έλαμπαν από ευτυχία και ευγνωμοσύνη.

     Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν χαρμόσυνα καθώς η άμαξα σταματούσε έξω από το παλάτι. Οι φρουροί έτρεξαν να ανοίξουν την πύλη και ο πρίγκιπας θα αντίκρυζε για πρώτη φορά την κοπέλα που ερωτεύτηκε από τη φωνή της...

fantasy_woman.jpg
Καλημέρα..Smile

Profile

   

Powered by pathfinder blogs