Πίσω από τον καθρέφτη :-)
Δοκιμάσαμε τα πάντα πριν κάνουμε το τελευταίο αυτό βήμα. Φωνάξαμε, διαμαρτυρηθήκαμε, αντισταθήκαμε, τίποτα. Αυτοί, το χαβά τους. Δεν άκουγαν τίποτα. "Τηρήσατε τις συμφωνημένες υποχρεώσεις σας" ο ένας, "θα σας ΄διώξουμε από την Ευρώπη" ο άλλος, ¨θα ζήσετε στο χάος" ο τρίτος, Ακόμα και κάποιοι πιο κοντινοί μας, μας έφερναν την καταστροφή. "Φύγετε να σωθείτε", μας έλεγαν.
Έτσι, ο δήμαρχος της Φανταστικούπολης, αποφάσισε να ανοίξει για μια μέρα, τους καθρέπτες και όσοι ήθελαν, να περάσουν από την άλλη πλευρά. Είχε μάλιστα ανακοινώσει και ωράριο που θα έμεναν ανοιχτοί. Μέχρι τα μεσάνυχτα. Μετά, θα έκλειναν και θα αφήναμε πίσω μας όλους εκείνους τους εκβιαστές, εκείνους που προγραμμάτιζαν λιτότητα για μας, εξαιρώντας τους εαυτούς τους και λέγοντάς μας πως αυτή είναι η μόνη δυνατή λύση.
Εγώ ζούσα στο απέναντι βουνό, στο Αμανγιαμάν Βρετιπάθαμε Σίτυ, γνωστό επίνειο της Συμφορόπολης. Στην πόλη μου επίσης, ζούσαμε με τον εφιάλτη των ελικοπτέρων. Πολλά ελικόπτερα και πολλά ατυχήματα. Κάθε τρεις και λίγο, ένα ελικόπτερο έπεφτε μπροστά στα πόδια σου. Και όχι μόνο τα μεγάλα και αληθινά. Ατυχήματα γίνονταν και με τα παιδικά ελικόπτερα, εκείνα τα τηλεκατευθυνόμενα. Πολλά τηλεκατευθυνόμενα, πάρα πολλά.
Έτσι το πήρα απόφαση. Θα πήγαινα να προλάβω τους καθρέφτες ανοιχτούς στην Φανταστικούπολη. Ανέβηκα για τελευταία φορά στο ελικόπτερό μου και με ιδιαίτερη δεξιότητα, μια τέχνη που είχα μάθει από τον παππού μου όταν με μάθαινε από τα έξι μου να πιλοτάρω ένα προπολεμικό αεροδυναμικό μονοθέσιο ανεμοπλάνο, ξέφυγα από την κίνηση και με τρόπο απέτρεψα να με πάρουν είδηση οι υπόλοιποι, ώστε να μη με ακολουθήσουν υποψιασμένοι για το αποφασισμένο μου αυτό βήμα.
Στα μέσα της διαδρομής, σταμάτησα να μαζέψω μανταρίνια, από τις γεμάτες μανταρινιές του εθνικού κήπου του Αμανγιαμάν Βρετιπάθαμε Σίτυ, για να τα πάρω μαζί μου, στην άλλη πλευρά, σε περίπτωση που ο εκεί κόσμος δεν ήταν σαν το δικό μας αλλά ήταν γυάλινος, ή σιδερένιος.
Αυτή ήταν η μεγάλη μου απορία δηλαδή. Γυάλινος ή σιδερένιος να ήταν ο κόσμος πίσω από τον καθρέφτη? Ένας φίλος μου που τα συζητούσαμε αυτά ισχυριζόταν πως ήταν μαρμάρινος.
Όπως και να είχε, σε λίγο θα μάθαινα. Πλησίαζαν μεσάνυχτα όταν έφτασα στην πόλη του δημάρχου. Πάρκαρα το ελικόπτερο με αντιβαρύτητα, δυο μέτρα πάνω από το έδαφος, το έδεσα με την ειδική αλυσίδα που τα δένουμε και πέρασα στην άλλη πλευρά του καθρέφτη.
Τα μανταρίνια μου δεν τα κατάφεραν. Στύφτηκαν πάνω στην μπροστινή πλευρά, καθώς τα κρατούσα σφιχτά. Ούτε καν το ζουμί τους δεν πέρασε δίπλα. Τα χέρια μου σαν να τα είχε κάποιος πλύνει, σκουπίσει και απολυμάνει μαζί.
Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση, είναι πως ο κόσμος που βρέθηκα, δεν ήταν ούτε σιδερένιος, ούτε γυάλινος ούτε μαρμάρινος. Ήταν απλά.. χάρτινος! ![]()


RSS: